Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΝΗ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΝΗ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

«ΣΑΛΑΝΤΙΝ: ένας χαρισματικός ηγέτης»: μεταφράζει η Ελένη Καπετανάκη

Αναδημοσίευση από:http://www.ert.gr/salantin-enas-charismatikos-igetis-metafrazi-eleni-kapetanaki/

Για πρώτη φορά μεταφράζεται στα ελληνικά, άμεσα από την αραβική γλώσσα, ένα σπουδαίο ιστορικό έργο για τη ζωή τού Σαλαντίν, Σουλτάνου Αιγύπτου και Συρίας.Το χειρόγραφο αυτό του Ιμπν Σαντάντ σώθηκε σε δύο αντίγραφα: το αντίγραφο 

του Βερολίνου και εκείνο της Ιερουσαλήμ. Το τελευταίο, που χρησιμοποιήσαμε κι εμείς, είναι πλουσιότερο και βρέθηκε στη Βιβλιοθήκη του Τεμένους του Αλ Άκσα. Το έργο απευθύνεται τόσο στο ευρύ ελληνόφωνο κοινό, όσο και στον στενότερο κύκλο των ειδικών, και φέρει το βάρος και την αυθεντικότητα μιας μαρτυρίας από πρώτο χέρι για τη σημαντική αυτή ιστορική περίοδο.
Πρόκειται για την εξιστόρηση της δράσης μιας μεγάλης προσωπικότητας του αραβικού κόσμου, του Σουλτάνου Αιγύπτου και Συρίας Σαλαντίν (1137/38-1193). Σχετικά με αυτόν έχει γράψει ο Ιμπν Σαντάντ, επιφανής Κούρδος νομικός τού δωδέκατου αιώνα, ο οποίος χρημάτισε στρατιωτικός δικαστής στην αυλή του Σαλαντίν και ήταν έμπιστος φίλος του. Από τη θέση αυτή, παρακολούθησε τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της Γ΄ Σταυροφορίας και τα κατέγραψε στα ημερολόγιά του αμέσως μετά τον θάνατο του σουλτάνου.

Εκτός από τις σπάνιες ιστορίες για τον Σαλαντίν, τις οποίες αφηγήθηκαν άνθρωποι που τις βίωσαν την εποχή εκείνη, και των οποίων την αυθεντικότητα μπόρεσε να ελέγξει ο ίδιος ο συγγραφέας, μιλά για την προσωπική εμπειρία του από τη γνωριμία με τον σουλτάνο, περιγράφει την προσωπικότητα, την ευγένεια και τη μεγαλοψυχία του, ακόμα και απέναντι στους Σταυροφόρους εχθρούς τουΤο αφήγημα φτάνει μέχρι τη δύση της ζωής τού Σαλαντίν και μαθαίνουμε με χρονολογική σειρά τις περιπέτειες, τις μάχες και τις κατακτήσεις του, μεταξύ των οποίων, η νικηφόρα για τον σουλτάνο μάχη του Χαττίν, η μεγάλη μάχη για την ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ από τα χέρια των Σταυροφόρων, η ήττα στο Αρσούφ, αλλά και η μακρόχρονη πολιορκία της Άκρας και της Γιάφα.

Ο σουλτάνος Σαλαντίν, ο Σαλάχ αλ Ντιν Γιούσεφ ιμπν Αγιούμπ όπως είναι το αραβικό του όνομα, γεννήθηκε το 1137/38 στο Τικρίτ του σημερινού Ιράκ. 
Ήταν Κούρδος και σουνίτης, ιδρυτής της δυναστείας των Αγιουβιδών, κι αυτός που οδήγησε τους μουσουλμάνους από τον ποταμό Ευφράτη έως την Αίγυπτο σε πόλεμο εναντίον των Σταυροφόρων με αποτέλεσμα την ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ το 1187. Το ίδιο έτος ο στρατός του Σαλαντίν είχε καταφέρει μια σειρά από νίκες εναντίον των Σταυροφόρων που πυροδότησαν τη μετέπειτα έναρξη της Γ΄ Σταυροφορίας, όπως και η διακήρυξη του πάπα Γρηγορίου του Η΄ ότι η ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους μουσουλμάνους αποτελούσε τιμωρία για τις αμαρτίες των χριστιανών. Οι εμπόλεμοι της λεγόμενης και «Σταυροφορίας των Βασιλιάδων» ήταν ο βασιλιάς Ερρίκος Βʹ της Αγγλίας στην αρχή, και μετά τον θάνατό του, ο βασιλιάς Ριχάρδος Αʹ ο Λεοντόκαρδος, ο βασιλιάς Φίλιππος Βʹ της Γαλλίας και ο αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους Φρειδερίκος Αʹ ΜπαρμπαρόσαΑυτοί ήταν οι βασικοί Σταυροφόροι, μαζί βέβαια και με τους ντόπιους Φράγκους των ακτών, αλλά υπήρχαν και άλλοι που συμμετείχαν με μικρότερο μερίδιο, όπως η επαρχία της Αντιόχειας, η κομητεία της Τρίπολης, τα τάγματα των Ναϊτών, των Ιωαννιτών, το Βασίλειο της Ουγγαρίας, της Αρμενικής Κιλικίας, το Δουκάτο της Αυστρίας, της Βοημίας κ.λπ. Από την πλευρά των εμπόλεμων μουσουλμάνων έχουμε το Σουλτανάτο των Αγιουβιδών, το Σουλτανάτο της Αιγύπτου, τα Εμιράτα της Δαμασκού, της Χάμα και της Μεσοποταμίας, καθώς και το Σουλτανάτο των Ρουμ. Μέχρι το 1192 διήρκεσαν οι συρράξεις οπότε και υπογράφτηκε ειρήνη μεταξύ Φράγκων και μουσουλμάνων, η οποία όριζε ότι οι χριστιανοί μπορούσαν να προσκυνούν ελεύθερα στην Ιερουσαλήμ και οι έμποροι να διέρχονται ελεύθερα από την πόλη, όλοι όμως άοπλοι.
Ένα χρόνο αργότερα πέθανε κι ο Σαλαντίν, σε ηλικία μόλις 55 ετών. Οι έμπιστοι αξιωματούχοι του κατέφυγαν σε δανεισμό για να τον κηδέψουν καθώς ο ίδιος είχε δωρίσει όλα του τα υπάρχοντα στους φτωχούςΚι ήταν κάτι σύνηθες για τον Σαλαντίν αυτό, να μην κρατάει τίποτα για τον εαυτό του. Οι μουσουλμάνοι τον πένθησαν και τέτοιος ήταν ο θρήνος τους που, αντί να μεταβούν στα τεμένη για να προσευχηθούν, εκτέλεσαν τις προσευχές τους κατά ομάδες πάνω στη σορό του. Ο Σαλαντίνπέρασε έτσι στο παγκόσμιο ιστορικό στερέωμα, κερδίζοντας τον σεβασμό Ανατολής και Δύσης για το μεγαλείο της ψυχής του, τον δίκαιο χαρακτήρα και την προσωπικότητά του.

Ελένη Καπετανάκη

του Μπαχά αλ Ντιν ιμπν Σαντάντκυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λιβάνη (σελ. 384, τιμή: 19,95 €) σε μετάφραση από τα αραβικά της Ελένης Καπετανάκη.
Παρουσίαση του βιβλίου στη «Βιβλιοθήκη του Πρώτου» μπορείτε να ακούσετε εδώ.

Απόσπασμα από το βιβλίο:
«Κάποια μέρα που τον συνόδευα στις περιπολίες του απέναντι από τους Φράγκους, πλησίασε ένας ανιχνευτής. Είχε μαζί του μια γυναίκα κατατρομαγμένη, που έκλαιγε και χτυπούσε συνέχεια το στήθος της. Ο ανιχνευτής ισχυρίστηκε ότι η γυναίκα βγήκε από το στρατόπεδο των Φράγκων, ζήτησε να δει τον σουλτάνο, κι έτσι την έφεραν μπροστά του. Ο Σαλαντίν διέταξε τον δραγουμάνο να τη ρωτήσει ποια ήταν η ιστορία της κι εκείνη απάντησε: «Μουσουλμάνοι ληστές μπήκαν χθες στη σκηνή μου και πήραν το κοριτσάκι μου. Όλη τη νύχτα δε σταμάτησα να ζητάω βοήθεια μέχρι σήμερα το πρωί. Οι δικοί μου τότε μου είπαν: “Ο σουλτάνος Σαλαντίν είναι ένας φιλεύσπλαχνος άντρας. Θα σε αφήσουμε, λοιπόν, να βγεις για να του ζητήσεις να κάνει κάτι για την κόρη σου”. Έτσι, ήρθα σε σένα και μόνο από σένα μπορώ πια να μάθω κάτι για το παιδί μου». Ο σουλτάνος συγκινήθηκε από τη δυστυχισμένη. Δάκρυα κύλησαν στα μάτια του και, χάρη στη μεγαλοψυχία του, διέταξε να πάει κάποιος στην αγορά του στρατοπέδου και να ρωτήσει ποιος είχε αγοράσει τη μικρή, να του πληρώσει την αξία της και να τη φέρει πάλι πίσω. Νωρίς το ίδιο πρωί είχαν ακούσει την ιστορία της και δεν είχε περάσει παρά μία ώρα σχεδόν που ο ιππέας επέστρεψε κουβαλώντας το κοριτσάκι στους ώμους του. Μόλις την αντίκρισε η μητέρα, έπεσε στη γη τρίβοντας το πρόσωπό της στο χώμα. Όλοι γύρω αναλύθηκαν σε δάκρυα για όσα είχε η δύστυχη υποφέρει. Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της στον ουρανό, αλλά εμείς δεν καταλαβαίναμε τι έλεγε. Της παραδώσαμε το κοριτσάκι κι ύστερα έφυγε για να ξαναγυρίσει στο στρατόπεδο των Φράγκων».
Η Ελένη Καπετανάκη σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως τραπεζική υπάλληλος, την κέρδισε ωστόσο η αραβική γλώσσα και λογοτεχνίαΣήμερα ζει στην Αθήνα και ασχολείται με μεταφράσεις αραβικής λογοτεχνίας και ιστορικών έργων.

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Γιάχια Χάκι, «Το καντήλι της Ουμ Χάσιμ»


 γράφει η Ελένη Καπετανάκη*



Η γνώση της Δύσης και η πίστη της Ανατολής



                           Γιάχια Χάκι, «Το καντήλι της Ουμ Χάσιμ»

-«Έτσι, με την προστασία του Θεού και της Ουμ Χάσιμ, ανατράφηκε ο Ισμαήλ. Τα βήματα της ζωής του δεν τον πήγαν μακρύτερα από τη γειτονιά του και την πλατεία, κι η μεγαλύτερή του βόλτα ήταν ως το νησάκι Μανιάλ του Νείλου, για να περπατήσει δίπλα στο ποτάμι ή να σταθεί πάνω στη γέφυρα. Όταν βράδιαζε, κι  o ήλιος σταματούσε να καίει, οι αυστηρές γραμμές κι οι αντανακλάσεις γίνονταν καμπύλες και οφθαλμαπάτες. Η πλατεία, αδειάζοντας από επισκέπτες και ξένους, ξαναγύριζε στην ηρεμία της. Αν αφουγκραζόσουν με τη συνείδησή σου καθαρή, θ’ άκουγες έναν βαθειά κρυμμένο αναστεναγμό να ταξιδεύει πάνω από την πλατεία. Μπορεί και να ‘ταν ο Σίντι ελ Ιτρίς, ο φύλακας του τεμένους της «κυράς» μας ελ Σαγιέντα Ζέναμπ-μήπως δεν είναι το όνομά του ανάμεσα στα ονόματα αυτών που την υπηρετούν;-  που καθόταν στη θέση του και, στο τέλος της δουλειάς μιας μέρας, τίναζε τη σκόνη από τα χέρια και τα ρούχα του, ανασαίνοντας με ανακούφιση. Αν κατά τύχη ακούσεις εκείνη την ανάσα, τότε κοίταξε το θόλο: πέρλες από φως τον περικυκλώνουν, αδυνατίζουν και δυναμώνουν σαν τη φλόγα του λυχναριού που τρεμοπαίζει στον αγέρα. Είναι το καντήλι της Ουμ Χάσιμ που κρέμεται πάνω από το κενοτάφιο. Ποτέ οι τοίχοι δεν κάλυψαν το φως του!»
ΥΠΟΘΕΣΗ
Πρόκειται για την ιστορία ενός νεαρού Αιγύπτιου που, αποτυγχάνοντας στις εξετάσεις στην πατρίδα του, φεύγει για να σπουδάσει ιατρική στην Αγγλία. Με μεγάλεις στερήσεις της οικογένειάς του ολοκληρώνει τις σπουδές του και αποκτά την ειδικότητα του οφθαλμιάτρου. Στην Ευρώπη ο Ισμαήλ γνωρίζει διαφορετικούς ανθρώπους με διαφορετική νοοτροπία και κοσμοθεωρία που του δείχνουν έναν άλλο δρόμο. Παρόλο που του έχουν προσφέρει θέση στην Αγγλία, επιστρέφει στην Αίγυπτο για να εφαρμόσει τις γνώσεις του στην πατρίδα του. Φτάνοντας όμως στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, αντικρύζει μια διαφορετική πραγματικότητα που είχε ξεχάσει όσο ζούσε στο εξωτερικό. Μια πραγματικότητα που τον πονάει, αφού τώρα έχει δει, στην Ευρώπη, πως θα έπρεπε να ζουν οι άνθρωποι.
Η οικογένεια δέχεται με χαρά τον γιό πίσω, στην πορεία όμως ορθώνεται μπροστά τους ένας άλλος Ισμαήλ, ο γιός που δεν γνωρίζουν πια, γιατί είναι ένας άλλος άνθρωπος, ένας «άπιστος», και η συμμετοχή του στην παιδεία και την κουλτούρα μιας άλλης χώρας εκφράζονται για αυτούς ακριβώς με αυτή τη λέξη.  Ο Ισμαήλ ωστόσο επιμένει. Και προσπαθεί να εφαρμόσει τις γνώσεις του στη Φάτιμα, την κοπέλα που έχει υποσχεθεί να παντρευτεί και η οποία υποφέρει από τράχωμα, μια ασθένεια των ματιών που οδηγεί στην τύφλωση. Εκεί έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια του την οικογένεια και κυρίως τη μητέρα του που προσπαθεί να γιατρέψει την κοπέλα με το λάδι από το καντήλι που βρίσκεται στο κοντινό τους τζαμί, το τζαμί της ελ Σαγιέντα Ζέναμπ ή τζαμί της Ουμ Χάσιμ. Μετά από επώδυνες αντιπαραθέσεις και τη θλίψη όλων για όσα συμβαίνουν, ο Ισμαήλ γαληνεύει αποδεχόμενος ότι στη δική του πατρίδα η γνώση πρέπει να συμπλέει με την πίστη και την παράδοση. Έτσι, ήρεμος πια, κάνει οικογένεια με την Φάτιμα που έχει τελικά γιατρευτεί και γίνεται γνωστός, ασκώντας το ιατρικό του λειτούργημα και βοηθώντας τους φτωχούς ασθενείς του.

-«Η πλατεία σιγά σιγά ξαναγεμίζει. Φαντάσματα εξαντλημένα, με πρόσωπα χλωμά και μάτια θολά, που το καθένα τους φορούσε ό,τι έβρισκε μπροστά του, ή αν θες … ό,τι έπεφτε στα χέρια του...
Ουρές ανθρώπων που, καθισμένοι κατάχαμα, στηρίζουν τις πλάτες τους στον τοίχο του τζαμιού… Μερικοί έχουν το πεζοδρόμιο μαξιλάρι: κοιμούνται ακουμπώντας το μάγουλό τους πάνω του. Ένα συνονθύλευμα από άνδρες, γυναίκες και παιδιά που δεν ήξερες από πού είχαν έρθει και πώς θα έφευγαν από ’κει. Καρποί που έπεσαν από το δέντρο της ζωής και κατέληξαν να σαπίζουν από κάτω. Είναι οι μαθητευόμενοι ζητιάνοι.»
Για να καταλάβουμε καλύτερα το έργο του Γ.Χ, ας δούμε μερικούς σταθμούς στη ζωή του.

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

1)Γεννήθηκε το 1905 σε μια μεσοαστική οικογένεια του Καΐρου.  Ήταν το τρίτο από τα έξι αγόρια της οικογένειας και είχε άλλες δύο αδερφές. Οι γονείς του ήταν τουρκικής καταγωγής και οι πρόγονοί τους είχαν μεταναστεύσει από την Τουρκία στην Ελλάδα και μετά στην Αίγυπτο. Έτσι, ο μικρός Γιάχια με την οικογένειά του βρέθηκε να κατοικεί στη γειτονιά ελ Σαγιέντα Ζέναμπ, όπου είχε χτιστεί και το ομώνυμο τζαμί της Σαγιέντα Ζέναμπ της εγγονής του Προφήτη Μωάμεθ. Σε αυτή λοιπόν τη γειτονιά, πέρασε ο Γιάχια Χάκι τα παιδικά του χρόνια και οι δεσμοί του με τη γειτονιά του είναι φανεροί στις ιστορίες του. Η ιστορία του βιβλίου ξετυλίγεται σε εκείνη τη γειτονιά. Ο μικρός Γιάχια είχε την τύχη να μεγαλώσει μέσα σε μια ατμόσφαιρα λογοτεχνική, αφού και οι δυό του γονείς αγαπούσαν τη λογοτεχνία και το διάβασμα, μα και άλλοι συγγενείς του είχαν ασχοληθεί με τη συγγραφή και είχαν εκδόσει βιβλία τους. Ο πατέρας του ήταν δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο των Βακουφίων, δηλαδή των θρησκευτικών κληροδοτημάτων. Η μητέρα του αγαπούσε να διαβάζει το Κοράνι και την εποχή που οι περισσότερες γυναίκες δεν ήξεραν να διαβάζουν, η αγάπη της για τη θρησκευτική λογοτεχνία ήταν πηγή έμπνευσης για τον μικρό Γιάχια.
2)Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Καΐρου το 1925 και  εξάσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου αρχικά σε τοπικά δικαστήρια και ύστερα στην Αλεξάνδρεια, όπου δούλεψε κοντά σε έναν εβραίο δικηγόρο ο οποίος τον εισήγαγε στη δυτική κουλτούρα, αλλά δεν πλήρωνε. Ακολούθως πέρασε δύο χρόνια στην Άνω Αίγυπτο όπου είχε τη θέση νομικού συμβούλου στην Περιφέρεια. Τα δύο αυτά χρόνια υπήρξαν τα καλύτερα της ζωής του. Αυτό βέβαια καταγράφηκε στις ιστορίες του με έναν έντονο ρεαλισμό, αναδεικνύοντας τα προβλήματα και τις δυσκολίες της περιφέρειας της Άνω Αιγύπτου καθώς αναφερόταν συχνά  στον τρόπο ζωής και τις παραδόσεις της τοπικής κοινωνίας. Στην αυτοβιογραφία του αναφέρει: «Το χέρι της ειρήνης και της γαλήνης χάιδεψε το μέτωπό μου κι εγώ, ένας Καϊρινός, ένιωσα πως για πρώτη φορά άνοιξαν, τα από καιρό κλειστά, παράθυρα στην ψυχή μου. Αποκόπηκα από τον υπόλοιπο κόσμο και παραδόθηκα στη γη, την καλλιέργεια, τα ζώα και τον Νείλο.» Ο Χάκι εξάλλου θεωρούσε πως η αμετάβλητη, στους αιώνες Αίγυπτος είναι αυτή ακριβώς η Άνω Αίγυπτος των φελάχων που ο τρόπος ζωής τους δεν έχει αλλάξει από την εποχή των Φαραώ.
3)Το 1929 μπήκε στο διπλωματικό σώμα και πέρασε σχεδόν είκοσι χρόνια μακριά από την πατρίδα του. Στο διάστημα αυτό, αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Υπηρέτησε στην Τζέντα, την Κωνσταντινούπολη.Το 1934 τον έστειλαν στη φασιστική τότε Ιταλία. Κι ήταν αυτή, η πρώτη του συνάντηση με τη Δύση σ’εκείνες τις ιδιαίτερες εποχές. Ίσως γι’ αυτό και δεν τον εντυπωσίασε η Δύση, μολονότι με πάθος υποστήριζε τα καλλιτεχνικά της επιτεύγματα, όπως την κλασική μουσική που υπεραγαπούσε.
4)Το 1944 βγήκε η νουβέλα του «Το Καντήλι της Ουμ Χάσιμ». Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε μια Αιγύπτια, κόρη δικηγόρου από το Φαγιούμ. Ο γάμος ωστόσο τελείωσε νωρίς καθώς η γυναίκα του, Καρίμα, πέθανε στη γέννα αφήνοντας πίσω την κόρη τους Νόχα. Στο Παρίσι, που αποτελούσε την επιτομή της Δύσης για εκείνον, γνώρισε και τη δεύτερη γυναίκα του που ήταν Αγγλίδα ζωγράφος και το 1955 ξαναπαντρεύτηκε. Έπρεπε όμως να παραιτηθεί από το διπλωματικό του πόστο, αφού κανένας Αιγύπτιος διπλωμάτης δεν επιτρεπόταν να παντρεύεται αλλοδαπή.
5)Ο Γιάχια Χάκι ήταν ένας από τους τελευταίους ουνταμπά, δηλαδή ένας άνθρωπος των γραμμάτων, καλλιεργημένος, εκλεπτυσμένος, μορφωμένος και καλότροπος. Μια ματιά στην πορεία του, που γεφυρώνει πάνω από μισό αιώνα, αναδεικνύει το εύρος των ενδιαφερόντων του: σαν κριτικός ανέλυε τα έργα αιγυπτίων αλλά και δυτικών συγγραφέων. Ως εραστής της μουσικής, αγαπούσε τον Σάγιεντ Νταρουίς αλλά και τη δυτική κλασική μουσική, τον Μπαχ και τον Στραβίνσκι. Ως διηγηματογράφος περιέγραψε τη ζωή των φελάχων αλλά και των αξιωματούχων που ζούσαν και έρχονταν σε επαφή με τους ντόπιους- όπως και ο ίδιος- έγραψε για τους ιμάμηδες, τους ζητιάνους, τους δυστυχισμένους. Μίλησε για τον εικοστό αιώνα: τους πολέμους του, τα πολιτιστικά κινήματα, τις εφευρέσεις, τις πολιτικές αναζητήσεις. Μίλησε για τον δυτικό πολιτισμό κι αυτό που του έκανε περισσότερο εντύπωση ήταν το γεγονός ότι ο δυτικός στηριζόταν στον εαυτό του και όχι σε εξωτερικά στηρίγματα. Εαν, για παράδειγμα, ο δυτικός ήθελε να μάθει κάτι, τότε δεν ρωτούσε τους άλλους αλλά, μόνος του, συνέλεγε τις αναγκαίες πληροφορίες από την πηγή. Η γνώση στη Δύση είναι συστηματοποιημένη, εύκολα μπορεί κανείς να τη συλλέξει και να τη διανείμει  οργανωμένα και αρμονικά, έτσι ώστε οι πολίτες να γίνονται ανεξάρτητοι, να εξαρτιώνται ωστόσο από το όλο σύστημα. Αυτό, για τον Χάκι, αποτελούσε ένα ζωτικό παράγοντα που μπορούσε να συμβάλλει στην ανωτερότητα της δύσης έναντι της ανατολής. Ωστόσο, επισημαίνει πως η Δύση μπορεί να υπερτερεί της Ανατολής στο υλικό κομμάτι, μα χωρίς τη φύση ο άνθρωπος είναι αποκομμένος από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Χάκι απαιτούσε να έχουν οι Αιγύπτιοι και όλοι οι Άραβες την εκτίμηση των δυτικών και, μέσα στην αγωνία του, να αποδείξει τη σημασία των Αράβων για τη Δύση τονίζει πως οι Άραβες παρείχαν τεράστια βοήθεια στην εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού: μετέφρασαν από τη συριακή στην αραβική γλώσσα τα ελληνικά και λατινικά κείμενα που, με τη σειρά τους, μεταφράστηκαν σε άλλες ευρωπαικές γλώσσες. «Από τη Ρώμη», είπε,  «πήραν τη νομοθεσία τους, την τάση τους για δημιουργία αποικιών και την κατασκευή δρόμων. Από την Αθήνα, πήραν τη φιλοσοφία, το θέατρο, τη γλυπτική και την αισθητική. Και το πιο περίεργο είναι πως αν δεν ήταν οι Άραβες, η κληρονομιά των Αθηναίων δεν θα είχε τελείως ενσωματωθεί στο δυτικό πολιτισμό. Δεν ισχυρίζομαι πως χωρίς τους Άραβες ο πολιτισμός τους δεν θα γινόταν πραγματικότητα, λέω απλά ότι χωρίς τους Άραβες θα αργούσε πολύ.»
6)Θεωρείται πρωτοπόρος διηγηματογράφος και πατέρας του αραβικού διηγήματος. Ανήκει σε μια μικρή ομάδα ταλαντούχων συγγραφέων που, μισό αιώνα πριν, έθεσε τα θεμέλια για τη λογοτεχνική αναγέννηση της Αιγύπτου, κι αποτελεί έναν από τους διακεκριμένους λογοτέχνες της πρώτης περιόδου που επηρεάστηκαν από την Ευρωπαϊκή λογοτεχνία.
7)Το Καντήλι της Ουμ Χάσιμ είναι το πρώτο από πολλά άλλα έργα που θα ακολουθήσουν και περιγράφουν τον τρόπο που ένα πρόσωπο προσπαθεί να συγκεράσει δύο διαφορετικές κουλτούρες. Το χάσμα μεταξύ Δύσης και Ανατολής είναι έκδηλο στο βιβλίο. Το δίλημμα του ήρωα εδώ, συμβολίζεται με τον αγώνα που δίνει και με την οικογένειά του ακόμα για να συμφιλιώσει την επιστημονική γνώση της Δύσης με τις προκαταλήψεις της Ανατολής, των κατοίκων της φτωχής γειτονιάς όπου εξασκεί την επιστήμη του. Πράγματι, ο Ισμαήλ επιστρέφει και, σαν τον Οδυσσέα που γυρνάει στην Ιθάκη, συνειδητοποιεί πως τα πράγματα δεν του είναι πια οικεία. Μεγαλωμένος με τις παραδοσιακές μουσουλμανικές αρχές και αξίες, έγινε στη συνέχεια αποδέκτης της δυτικής κουλτούρας στη διάρκεια των σπουδών του. Πίστη και παράδοση από τη μία, επιστήμη και λογική από την άλλη.  Στις μέρες μας, η γνώση κι η επιστήμη της Δύσης εύκολα στέκεται χέρι-χέρι με την φιλοσοφία της Ανατολής, εκείνη την εποχή όμως που εκδόθηκε το Καντήλι της Ουμ Χάσιμ, προκάλεσε μεγάλη αναταραχή.

Για να μας δείξει το ρόλο και τη σημασία της πίστης στις καρδιές των Αιγύπτιων, ο Γιάχια Χάκι γράφει:
-«Άνδρες και γυναίκες τον πλησίαζαν ζητώντας του λίγο λάδι από το καντήλι της Ουμ Χάσιμ για να θεραπεύσουν τα μάτια τους ή τα μάτια των αγαπημένων τους. Όποιος, από την πίστη του ορμώμενος, έχει αγνή πρόθεση, θα γίνει καλά με το ευλογημένο λάδι. Εκείνος όμως που δεν έχει αγνή πρόθεση, δεν θα θεραπευτεί. Και αν κάποιος δεν δει, αυτό δεν θα οφείλεται στο λάδι αλλά στο ότι  η Ουμ Χάσιμ δεν θα τον έχει ευλογήσει με τη χάρη της. Μπορεί να είναι μια τιμωρία για τις πράξεις του, μπορεί και να μην έχει ακόμα εξαγνιστεί από τις αμαρτίες. Θα πρέπει λοιπόν να επιμένει και να υπομένει, επισκεπτόμενος σταθερά το τζαμί. Αν η υπομονή είναι το εφαλτήριο του αγώνα σε τούτον τον κόσμο, είναι επίσης και το μόνο μέσον για να κατακτήσεις το επέκεινα.»
 Αντίθετα, για τον Ισμαήλ γράφει:
-«Πράγματι, ξεφορτώθηκε τη θρησκευτική πίστη βάζοντας στη θέση της μια δυνατότερη και εντονότερη πίστη την επιστήμη. Δεν πίστευε πια στην ομορφιά και την ευδαιμονία του παραδείσου, μα στο μεγαλείο της φύσης και τα μυστικά της 
Ο Ισμαήλ βρίσκεται στο σταυροδρόμι 2 πολιτισμών. Γυρνώντας στην πατρίδα του βλέπει εικόνες που τον εξοργίζουν:
-«Η Αίγυπτος στο μυαλό του, έμοιαζε με νύμφη του δάσους που την άγγιξε μια κακιά μάγισσα με το ραβδί της κι αποκοιμήθηκε. Πάνω της φορούσε τα κοσμήματα και τα στολίδια της γαμήλιας νύχτας. Καταραμένα από το Θεό, το μάτι που δεν είδε την ομορφιά της και η μύτη που δεν μύρισε το άρωμά της! Πότε θα ξυπνούσε; Πότε; Κι όσο δυνάμωνε η αγάπη του για την Αίγυπτο, τόσο μεγάλωνε κι η απέχθεια που ένιωθε για τους Αιγύπτιους. Ωστόσο, ήταν σάρκα από τη σάρκα του και το λάθος δεν ήταν δικό τους. Επρόκειτο για θύματα της άγνοιας, της πείνας, της αρρώστιας και της –από καιρό-μακρόχρονης τυραννίας.»
................
-«Ξυπνήστε! Ξυπνήστε επιτέλους από το λήθαργο, σταθείτε στα πόδια σας κι ανοίξτε τα μάτια σας! Τι είναι τούτος ο ανώφελος πόλεμος; Κι αυτοί οι ανόητοι καυγάδες; Ζείτε μέσα στις προκαταλήψεις, πιστεύετε στα είδωλα, προσκυνάτε τους τάφους και βρίσκετε καταφύγιο στους νεκρούς!»
Το μεγάλωμα του Ισμαήλ στο Κάιρο, η ζωή του και οι σπουδές του στην Ευρώπη, η θρησκευτική αναζήτηση, οι αλλαγές στην αντιμετώπιση των πραγμάτων, οι τελικές αποφάσεις που –μετά την περιπέτεια λογικής και συναισθημάτων- παίρνει στην πατρίδα του. Και βέβαια η ζωή του από κει και πέρα, με την κάθαρση του μυαλού και της καρδιάς.
Αυτή τη σύγκρουση τη συναντάμε στην αραβική λογοτεχνία. Η γνώση της Δύσης και η πίστη της Ανατολής. Η Δύση έχει το βλέμμα στραμμένο στην επιστήμη. Η Ανατολή δίνει μεγάλη βαρύτητα στην πίστη, που της δίνει μια άλλη οπτική γωνία. Και ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, έγκριτος Ισλαμολόγος, γράφει : «Η ισλαμική θρησκεία ρυθμίζει όλες τις πλευρές της ανθρώπινης ζωής στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, όλες τις περιπτώσεις της οικογενειακής, εμπορικής, πολιτικής και θρησκευτικής συμπεριφοράς.» Συμβαίνει ώστε 2 κουλτούρες να παρατάσσονται η μία απέναντι στην άλλη και να συγκρούονται μεταξύ τους: Η παράδοση της Ανατολής που, χάρη στη θρησκεία, διατηρείται ζωντανή, και ο εκσυγχρονισμός της Δύσης. Οι Μουσουλμάνοι επιλέγουν να ζουν σύμφωνα με τη θρησκεία και τις παραδόσεις τους. Ίσως είναι ξεπερασμένο για τους Ευρωπαίους και άλλους Δυτικούς, μα κάποιοι μπορεί να  προτιμούν ένα θρησκευτικό τρόπο ζωής ενώ άλλοι το κοσμικό ιδεώδες. Οι περισσότεροι Αιγύπτιοι συγγραφείς, αν και σαφώς επηρεασμένοι από τη δυτική κουλτούρα, είναι αντίθετοι με την επίδραση των δυτικών στον αιγυπτιακό τρόπο ζωής, προσπαθώντας να προβάλουν τις παραδόσεις του τόπου τους. Ένας από αυτούς και ο Γιάχια Χάκι, δίνει έμφαση στον τρόπο ζωής που πρέπει να διατηρήσει ο νεαρός σπουδαστής στα ξένα, βάζοντας τον πατέρα του να του λέει:
-« Η συμβουλή που έχω να σου δώσω είναι να ζήσεις στα ξένα, όπως ακριβώς θα ζούσες κι εδώ. Να τηρείς το θρήσκευμα και τα καθήκοντά σου. Αν κάποια φορά ολιγωρήσεις, τότε δεν ξέρεις πού μπορεί να σε οδηγήσει αυτή σου η παράλειψη. Εμείς γιέ μου, θέλουμε να επιστρέψεις κοντά μας επιτυχημένος, ώστε να δικαιώσεις το  πρόσωπο της οικογένειάς σου στα μάτια του κόσμου...»
           
Θα ήθελα να κλείσω διαβάζοντάς σας τι υποστήριξε ο Χάκι σε μια συνέντευξή του για τη θρησκεία. Είπε λοιπόν πως δεν θα έπρεπε να υπάρχουν εδώ κανόνες θεσπισμένοι οι ίδιοι για όλους. Όπως κάθε άνθρωπος διαφέρει από τον γείτονά του, έτσι μπορεί και πρέπει να διαφέρει ο τρόπος που πιστεύει και προσεγγίζει την αλήθεια.
«Για να διεισδύσεις στο βασίλειο της ευτυχίας», λέει, «πρέπει να διασχίσεις κάποια από τις τρεις αυτές πύλες: την πύλη της πίστης, την πύλη της τέχνης και την πύλη της αγάπης. Η αγάπη είναι η πιο γήινη, φτιαγμένη από πηλό. Η πίστη είναι η πιο φιλόδοξη, γιατί ο στόχος εδώ είναι ο Θεός και όχι ο άνθρωπος. Κι έτσι, μένει η τέχνη, ο πόλος που συνδέει τα δύο παραπάνω.»
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.


*Η Ελένη Καπετανάκη είναι μεταφράστρια αραβική γλώσσας

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

5 μυθιστορήματα που θα μας μυήσουν στην αραβική λογοτεχνία

Αναδημοσίευση από: http://lou-read100.blogspot.gr/2014/11/5.html

γράφει η Ελένη Καπετανάκη*


Λέξεις που μυρίζουν μπαχάρια. Συγκλονιστικές ιστορίες λαών με ισχυρό πολιτισμό που σε ταξιδεύουν από την πρώτη σελίδα. Η φίλη Ελένη Καπετανάκη,  μία από τις καλύτερες μεταφράστριες που διαθέτουμε, μας προτείνει πέντε βιβλία αραβικής λογοτεχνίας που πρέπει απαραιτήτως να διαβάσουμε:

«Εξ Ανατολών φερμένα τα βιβλία που επέλεξα. Δείγματα σύγχρονης αραβικής πεζογραφίας από Αίγυπτο, Λίβανο, Πακιστάν, Αλγερία, μεταφρασμένα στα ελληνικά και εκδοθέντα από ελληνικούς εκδοτικούς οίκους – αυτούς που τόλμησαν, θα πρόσθετα εγώ. Και είναι αυτό ένα παράδοξο: αν και τόσο κοντά σε αυτούς τους λαούς, είμαστε ακόμα μακριά τους ως αναγνωστικό κοινό. Πέντε βιβλία προτείνουμε λοιπόν, αν και υπάρχουν πολλά περισσότερα που έχουμε αφήσει απέξω και είναι εξίσου ενδιαφέροντα. Ίσως σε μια δεύτερη προσέγγιση, μιλήσουμε και γι’ αυτά.
Η αραβική λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε τον 5ο αιώνα και απαρτιζόταν από ποιήματα με θέμα την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, τις περιπλανήσεις και τα ταξίδια τους, τον έπαινο για έναν άνθρωπο ή μια φυλή. Επρόκειτο για τους λεγόμενους «παραμυθάδες» που αναφέρονταν στο βίο και την πολιτεία των Αράβων. Αργότερα, ο πεζός λόγος βρήκε και αυτός το δρόμο του μέσω της ρητορικής, μέσω των λόγων που εκφωνούνταν κάθε Παρασκευή στο τζαμί αλλά και μέσω των πολιτικών ομιλιών. Τον 19ο αιώνα συνέβη η αραβική αναγέννηση σε Αίγυπτο και Λίβανο κυρίως, στα γράμματα και τις τέχνες. Συγγραφείς και στοχαστές που ήρθαν σε επαφή με το δυτικό κόσμο, έγραψαν επηρεασμένοι από ευρωπαϊκή αλλά και ρώσικη ή αμερικάνικη λογοτεχνία. Άρχισαν οι μεταφράσεις αραβικών έργων σε άλλες γλώσσες, αλλά και εκείνες δυτικών έργων στα αραβικά κι έτσι οι Άραβες κατανόησαν τις πολιτισμικές αξίες και την τεχνολογία της Δύσης.
Στα πρόσφατα χρόνια έχουμε και το πρώτο αραβικό Νομπέλ, το 1988, στον Ναγκίμπ Μαχφούζ (1911-2006) για το σύνολο του έργου του. Και ας ξεκινήσουμε τις προτάσεις μας από τον σπουδαίο αυτόν μυθιστοριογράφο:

1. Η Τριλογία του Καΐρου - Ναγκίμπ Μαχφούζ (Αίγυπτος), εκδ. Ψυχογιός
(3τομο έργο: Ο Δρόμος κοντά στο Παλάτι, Το Παλάτι των Επιθυμιών, Οι Δρόμοι του Νείλου)
Πρόκειται για την περιπέτεια της οικογένειας του Άχμαντ ελ Γκαουάντ, ενός αυταρχικού πατέρα, μα γλεντζέ στη ζωή του έξω από το σπίτι. Μαζί του η καταπιεσμένη σύζυγος και τα παιδιά, ο περίγυρος και οι περιπέτειες της οικογένειας σε μια εποχή ταραγμένη όπου η Αίγυπτος προσπαθεί να αποτινάξει το βρετανικό ζυγό. Τα προβλήματα της τοπικής κοινωνίας βιώνονται μέσα στην οικογένεια, η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα των δεκαετιών του ’20 και του ’30 απεικονίζεται μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Τα μέλη της οικογένειας μεγαλώνουν από βιβλίο σε βιβλίο, ερωτεύονται, παντρεύονται, η κοινωνία εξελίσσεται και ο τρόπος ζωής αλλάζει. Η καθημερινότητα μιας μουσουλμανικής οικογένειας αποκαλύπτεται ώσπου στο τέλος, στο τελευταίο βιβλίο, όλα καταρρίπτονται και ο αυταρχικός πατέρας υποχρεώνεται να απομυθοποιήσει τις ιδέες που τόσα χρόνια ενστερνιζόταν. Κοντά στο τέλος της ζωής του αντιλαμβάνεται πως τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν κι αλλιώς, η εποχή που όλα θα αλλάξουν τώρα ζυγώνει.

«Ο Καμάλ ξεκίνησε από το σχολείο για το σπίτι. Μολονότι ο ήχος του κουδουνιού που σήμαινε το τέλος του μαθήματος του γέμιζε την ψυχή με απαράμιλλη χαρά εκείνες τις ημέρες, ωστόσο ο άνεμος της ελευθερίας τον οποίον ανέπνεε πανευτυχής έξω από τις πύλες του σχολείου δεν κατάφερνε να σβήσει από το μυαλό του και τον απόηχο του τελευταίου μαθήματος της ημέρας, που ήταν και το αγαπημένο του: των θρησκευτικών. Εκείνη την ημέρα ο σέιχ τους είχε απαγγείλει τη σούρα του Κορανίου που άρχιζε: «Να πεις: μου φανερώθηκε ότι μερικά από τα πνεύματα που άκουγαν…» Τους είχε εξηγήσει το εδάφιο αυτό. Ο Καμάλ είχε πολλές φορές σηκώσει το χέρι του για να ρωτήσει μερικά πράγματα που δεν καταλάβαινε. Καθώς ο δάσκαλος τον συμπαθούσε λόγω του ασυνήθιστου ενδιαφέροντος που εκδήλωνε για το μάθημα αλλά και της εκπληκτικής του αποστήθισης των εδαφίων του Κορανίου, ήταν πολύ πιο ανοιχτός στις απορίες του παιδιού απ’ ότι ήταν συνήθως με τους μαθητές του. Ο σέιχ είχε αναλάβει να του πει για τα πνεύματα και τις διάφορες συνομοταξίες τους, συμπεριλαμβανομένων και των μουσουλμανικών τζιν, και κυρίως για τα πνεύματα εκείνα που στο τέλος θα μπουν στον παράδεισο για να παραδειγματίσουν τ’ αδέλφια τους, τους ανθρώπους. Το παιδί έμαθε απέξω κι ανακατωτά την κάθε λέξη του. Συνέχισε να κλωθογυρίζει το μάθημα μες στο μυαλό του μέχρι που πέρασε στην απέναντι πλευρά του δρόμου για να πάει στο ζαχαροπλαστείο.»
«Τριλογία του Καΐρου», Βιβλίο 1 με τίτλο «Ο δρόμος κοντά στο Παλάτι», εκδόσεις Ψυχογιός, 1995, μτφρ : Μαρία Χωρεάνθη, Μερόπη Σταυρίδου.

Ο Ναγκίμπ Μαχφούζ γεννήθηκε στο Κάιρο το 1911- το μικρότερο από επτά αδέρφια- κι ένιωθε μοναχοπαίδι, αφού ο αμέσως μεγαλύτερος αδερφός του τον περνούσε δέκα χρόνια. Είχε ωστόσο ευτυχισμένα παιδικά χρόνια σε μια στοργική οικογένεια όπου η θρησκεία έπαιζε σπουδαίο ρόλο. Για το βιβλίο αυτό, τον συγγραφέα ενέπνευσε η οικογένειά του, η αγαπημένη του γειτονιά με τα σοκάκια της, το σπίτι όπου ο ίδιος έμενε και γίνεται το σπίτι της οικογένειας στην «Τριλογία του Καΐρου». Η δεξιότητα του μεγάλου αυτού λογοτέχνη είναι έκδηλη σε όλο το έργο καθώς και η διαύγεια της οπτικής του στα σημαντικά θέματα. Θα λέγαμε ότι η «Τριλογία του Καΐρου» αποτελεί δείγμα γραφής και αν κάποιος δεν έχει διαβάσει Ναγκίμπ Μαχφούζ, αξίζει να ξεκινήσει από αυτό το έργο, χωρίς βέβαια να προβληματίζεται από το πολυσέλιδό του. Έζησε τις Επαναστάσεις του ’19 κι εκείνη του ’52, εκφράστηκε ανοιχτά στα έργα του μα ποτέ δεν συνελήφθη. Πάντα μετριοπαθής στις σχέσεις του με την εξουσία, ουδέποτε προκάλεσε με τις δηλώσεις του αλλά πάντα έλεγε αυτό που πραγματικά πίστευε. Δημόσιος υπάλληλος στο επάγγελμα, παντρεύτηκε στα 43 του κι έκανε δύο κόρες. Ταξίδεψε εκτός Αιγύπτου μόνο τρεις φορές στη ζωή του και το 1994 έγινε απόπειρα κατά της ζωής του από φονταμενταλιστή. Αντιπαθούσε τις ακραίες εκφράσεις του Ισλάμ και πίστευε ότι η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους έβλαψε το Ισλάμ και την εικόνα του σε όλο τον κόσμο. Από την επίθεση γλύτωσε, μα δυσκόλεψε η γραφή του. Από τότε έγραφε πολύ σύντομα διηγήματα, βασισμένα στα όνειρά του. Έγραψε σενάρια για ταινίες, πάνω από τριάντα βασισμένες στα διηγήματα και μυθιστορήματά του. Το 1988 του απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Έφυγε από τη ζωή το 2006 στα χέρια της γυναίκας και των δύο θυγατέρων του.

2. Λέων ο Αφρικανός - Αμίν Μααλούφ (Λίβανος), εκδ. Ωκεανίδα, μτφρ από τα γαλλικά: Έφη Κορομηλά
Ο Χασάν αλ Ουαζάν γεννήθηκε στη Γρανάδα το 1488. Η οικογένειά του, εξαιτίας της Ιεράς Εξέτασης, μετακινήθηκε στη Φεζ του Μαρόκου κι εκεί μεγάλωσε. Εργάστηκε ως έμπορος, πραγματοποιώντας ταξίδια στην Ανατολή. Στις αρχές του 1518 κι ενώ επέστρεφε από προσκύνημα στη Μέκκα, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος από Σικελούς πειρατές και προσφέρεται ως δώρο στον τότε μεγάλο Πάπα της Αναγέννησης, Λέοντα Ι. Στη Ρώμη, βαφτίζεται Ιωάννης-Λέων των Μεδίκων και από το γεωγραφικό του έργο «Περιγραφή της Αφρικής» παίρνει το όνομα Λέων ο Αφρικανός.

«Εμένα, τον Χασάν, τον γιό του Μοχάμεντ του ζυγιστή, εμένα, τον Ιωάννη-Λέοντα των Μεδίκων, τον περιτετμημένο από το χέρι ενός κουρέα και βαφτισμένο από έναν Πάπα, με λένε σήμερα ο Αφρικανός, μα δεν είμαι από την Αφρική, ούτε από την Ευρώπη είμαι, ούτε από την Αραβία. Με λένε ακόμα Γραναδινό, Φεζίτη και Ζαγιάτη, μα δεν κατάγομαι από καμία χώρα, καμία πόλη, καμία φυλή. Είμαι γιος του δρόμου, πατρίδα μου είναι το καραβάνι, και η ζωή μου, από τις πιο απρόσμενες διαδρομές.
Οι καρποί μου γνώρισαν άλλοτε το χάδι του μεταξιού κι άλλοτε την τραχύτητα του μαλλιού, το χρυσάφι των ηγεμόνων και τις αλυσίδες των σκλάβων. Τα δάχτυλά μου ανασήκωσαν χίλια πέπλα, τα χείλη μου έκαναν να κοκκινίσουν χίλιες παρθένες, τα μάτια μου είδαν πόλεις να ψυχορραγούν και αυτοκρατορίες να πεθαίνουν.
Από το στόμα μου θ’ ακούσεις τα αραβικά, τα τούρκικα, τα καστιλιάνικα, τα βερβερίνικα, τα εβραϊκά, τα λατινικά και την κοινή ιταλική, γιατί όλες οι γλώσσες, όλες οι προσευχές μού ανήκουν. Εγώ όμως δεν ανήκω σε καμιά. Είμαι μονάχα του Θεού και της γης, και σ’ αυτούς θα γυρίσω κάποια μελλούμενη μέρα».

Ο Αμίν Μααλούφ έχει γράψει μια υπέροχη βιογραφία ενός ξεχωριστού ανθρώπου. Αφηγείται τη ζωή ενός πραγματικού ιστορικού προσώπου μέσα από τη μυθοπλασία, με συνέπεια, όπως θα έπρεπε να είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Λυρικός πεζογράφος ο Μααλούφ, σε μεταφέρει σε άλλες εποχές και κόσμους που περιγράφει ποιητικά.
Ο Αμίν Μααλούφ γεννήθηκε στη Βηρυτό το 1949, την οποία και εγκατέλειψε την εποχή του εμφυλίου για να έρθει στη Γαλλία. Εκεί εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αλλά μετά την έκδοση του πρώτου του βιβλίου «Οι Σταυροφορίες από την πλευρά των Αράβων» (κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Λιβάνη) στράφηκε στη συγγραφή. Το 2011 έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, τιμήθηκε με πολλά βραβεία και διακρίσεις και μεταφράστηκε σε σαράντα τρεις γλώσσες.

3. Στον ίσκιο της ροδιάς - Τάρεκ Άλι (Πακιστάν), εκδ. Άγρα, μτφρ: Παλμύρα Ισμυρίδου
Η οικογένεια των Μπανού-Χουντάιλ, Μαυριτανοί, αποδεκατίζεται μετά την πτώση της Γρανάδας και την «Ανακατάκτηση» από τους Ισπανούς. Η οικογένεια προσπαθεί να επιβιώσει ωστόσο, πολεμώντας στα χρόνια της Ιεράς Εξέτασης και της βασίλισσας Ισαβέλλας. Η καταστροφή ενός ολόκληρου κόσμου, των πνευματικών, θρησκευτικών και γλωσσικών ελευθεριών του είναι αναπότρεπτη. Δεν είναι μόνο οι Σταυροφόροι που καταφέρθηκαν εναντίον των Μουσουλμάνων, αλλά και οι Χριστιανοί της Ισπανίας που όχι μόνο τους εκδίωξαν από την Ανδαλουσία αλλά έκαψαν και τα βιβλία τους κατ’ εντολή του Χιμένεθ δε Θισνέρος, εξομολογητή της βασίλισσας Ισαβέλλας. Στον πρόλογο του βιβλίου διαβάζουμε:
«Μια εβδομάδα αργότερα, την πρώτη ημέρα του Δεκεμβρίου του έτους 1499, Χριστιανοί στρατιώτες υπό την ηγεσία των πέντε ιπποτών διοικητών εισέβαλαν στις εκατόν ενενήντα πέντε βιβλιοθήκες της πόλης και σε δώδεκα κατοικίες όπου στεγάζονταν οι πλέον γνωστές ιδιωτικές συλλογές. Καθετί γραμμένο στην αραβική γλώσσα κατασχέθηκε».

Στον πρόλογο του βιβλίου αναφέρεται επίσης πως με την επιμονή των λογίων που υπηρετούσαν στους κόλπους της Εκκλησίας, εξαιρέθηκαν τριακόσια χειρόγραφα κυρίως ιατρικής και αστρονομίας που από την Ανδαλουσία και τη Σικελία πέρασαν στην Ευρώπη και άνοιξαν το δρόμο για την Αναγέννηση.
Και συνεχίζει: «Αρκετές χιλιάδες χειρόγραφα του Κορανίου, μαζί με εμβριθείς σχολιασμούς και θεολογικούς και φιλοσοφικούς στοχασμούς όσον αφορά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του, γραμμένους με τα πιο υπέροχα καλλιγραφικά στοιχεία, μεταφέρθηκαν αδιακρίτως εκτός των βιβλιοθηκών από ένστολους στρατιώτες. Σπάνια χειρόγραφα, ζωτικά για ολόκληρη την αρχιτεκτονική και την πνευματική ζωή της Αλ-Ανδαλούς, στοιβάχτηκαν σε αυτοσχέδιους μπόγους στις πλάτες των στρατιωτών».

Η κατάληξη ήταν ότι αυτοί οι μπόγοι έγιναν πυροτέχνημα μπροστά στα μάτια των Μουσουλμάνων της Ανδαλουσίας. Υπήρξαν όμως και μερικοί στρατιώτες που ευαισθητοποιημένοι, χωρίς να είναι οι ίδιοι μορφωμένοι, άφηναν χειρόγραφα έξω από κλειστές πόρτες Μουσουλμάνων κι έτσι σώθηκαν μερικές εκατοντάδες έργα που μεταφέρθηκαν στις ιδιωτικές συλλογές της Φεζ.
Ο Τάρεκ Άλι , Βρετανός Πακιστανικής καταγωγής, μαχητικός διανοούμενος, συγγραφέας και κινηματογραφιστής, έχει γράψει πέντε μυθιστορήματα γνωστά και ως η πενταλογία του Ισλάμ, βιβλία για την παγκόσμια ιστορία και πολιτική, σενάρια. Η πενταλογία του Ισλάμ, της οποίας το πρώτο βιβλίο είναι αυτό για το οποίο μιλάμε, απεικονίζει την αντιπαράθεση μεταξύ ισλαμικού και χριστιανικού πολιτισμού. Το βιβλίο «Στον ίσκιο της ροδιάς» βραβεύτηκε ως το καλύτερο ξενόγλωσσο μυθιστόρημα στην Ισπανία το 1994 και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.


4. Το τρομοκρατικό χτύπημα - Γιασμίνα Χάντρα (Αλγερία), εκδ. Καστανιώτη, μτφρ από τα γαλλικά: Γιάννης Στρίγκος
Ο Παλαιστίνιος Αμίν Ζααφαρί ζει στο Ισραήλ και είναι φημισμένος χειρουργός. Παντρεμένος με την επίσης Παλαιστίνια Σιχέμ, έχει μια άνετη και όμορφη ζωή. Κάποια στιγμή, συγκλονισμένος, μαθαίνει ότι η γυναίκα του ζωσμένη με εκρηκτικά, «καμικάζι», ανατινάζεται σε ένα εστιατόριο σκοτώνοντας πολλούς, μεταξύ τους και παιδιά. Ο Αμίν αρνείται να το πιστέψει και ξεκινά ένα κυνήγι αναζήτησης της αλήθειας που του επιφυλάσσει πολλές αποκαλύψεις. Ξετυλίγοντας το κουβάρι φτάνει μέχρι τη Ναμπλούς, όπου κατοικούν οι συγγενείς και των δύο. Εκεί όμως αντικρίζει μια διαφορετική πραγματικότητα. Φτώχεια, εξαθλίωση μα και εχθρική στάση απέναντι στον ίδιο καθώς οι συγγενείς τον υποπτεύονται για πράκτορα των Εβραίων. Έτσι, ο χειρουργός δεν βρίσκει πια υποστηρικτές ανάμεσα στους Παλαιστίνιους, μα ούτε και ανάμεσα στους Εβραίους φίλους του, γιατί αρνείται να αποκαλύψει τα συμπεράσματα των ερευνών του.

«Δεν θυμάμαι να άκουσα καμία έκρηξη. Ένα συριστικό ήχο μόνο, όπως όταν σκίζει κανείς ένα ύφασμα, αλλά και πάλι δεν είμαι σίγουρος. Όλη μου η προσοχή είχε στραφεί σ’ αυτό το είδος θεότητας γύρω από το οποίο είχε μαζευτεί σαν μελίσσι το ποίμνιό του, ενώ η πραιτοριανή του φρουρά προσπαθούσε να του ανοίξει δρόμο ως το αυτοκίνητο. «Κάντε στην άκρη, παρακαλώ. Παρακαλώ, τραβηχτείτε». Οι πιστοί σπρώχνονταν για να δουν το σεΐχη από πιο κοντά, να αγγίξουν μια πτυχή από το καφτάνι του. Ο σεβάσμιος γέροντας έστρεφε το κεφάλι κάπου-κάπου, για να χαιρετήσει κάποιο γνωστό του ή να ευχαριστήσει έναν οπαδό του. Το ασκητικό του πρόσωπο φωτιζόταν από ένα βλέμμα κοφτερό σαν λεπίδι σπαθιού. Προσπάθησα να ξεφύγω από τα εκστασιασμένα κορμιά που με στρίμωχναν, αλλά δεν τα κατάφερα. Ο σεΐχης χώθηκε στο όχημά του, κούνησε το χέρι του πίσω από το τεθωρακισμένο παράθυρο, ενώ οι δύο σωματοφύλακές του κάθισαν δίπλα του... Κι έπειτα, τίποτα. Κάτι άνοιξε στα δύο τον ουρανό και έλαμψε στη μέση του δρόμου, σαν αστραπή· το ωστικό κύμα με χτύπησε κατά μέτωπο, κάνοντας να σκορπιστεί ο όχλος που με κρατούσε αιχμάλωτο στο παραλήρημά του. Σ’ ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, ο ουρανός καταποντίστηκε κι ο δρόμος, γεμάτος από θρησκευτική θέρμη για μια στιγμή, έγινε κρανίου τόπος. Το σώμα ενός άντρα, ή ενός παιδιού ίσως, διέσχισε τη σκοτοδίνη μου σαν σκοτεινό φλας. Τι είναι;… Ένας χείμαρρος από σκόνη και φωτιά έρχεται και με γραπώνει, εκσφενδονίζοντάς με μέσα από μυριάδες θραύσματα. Έχω την απροσδιόριστη αίσθηση πως κατακομματιάζομαι, πως διαλύομαι μέσα στη λαίλαπα της έκρηξης... Λίγα μέτρα –ή, μήπως έτη φωτός– μακρύτερα, το όχημα που μεταφέρει το σεΐχη έχει τυλιχτεί στις φλόγες. Αδηφάγα πύρινα πλοκάμια το καταπίνουν, διαχέοντας στην ατμόσφαιρα μια φριχτή μυρωδιά καμένου. Το βουητό τους πρέπει να είναι τρομακτικό· δεν μπορώ όμως να το ακούσω. Μια ξαφνική απώλεια ακοής με παίρνει μακριά από τους θορύβους της πόλης. Δεν ακούω τίποτα, δεν αισθάνομαι τίποτα· αιωρούμαι, μονάχα αιωρούμαι. Αιωρούμαι για μια αιωνιότητα προτού ξανακατέβω στη γη, ζαλισμένος, τσακισμένος, αλλά, κατά περίεργο τρόπο, διαυγής, με τα μάτια ορθάνοιχτα, πιο μεγάλα ακόμη κι από τη φρίκη που πριν από λίγο σάρωσε το δρόμο. Τη στιγμή που αγγίζω το έδαφος, τα πάντα ακινητοποιούνται· οι προβολείς πάνω από το διαλυμένο αυτοκίνητο, τα θραύσματα, οι καπνοί, το χάος, οι οσμές, ο χρόνος... Μονάχα μια ουράνια φωνή, που δεσπόζει πάνω από την απύθμενη σιωπή του θανάτου, τραγουδά θα γυρίσουμε, μια μέρα, στον τόπο μας. Δεν πρόκειται ακριβώς για φωνή· μοιάζει με θρόισμα, με υδατογραφία... Το κεφάλι μου κάπου πετάγεται... Μαμά, φωνάζει ένα παιδί. Το κάλεσμά του είναι αδύναμο, αλλά ξεκάθαρο, αγνό. Έρχεται από πολύ μακριά, από έναν άλλο τόπο, όπου έχει επανέλθει η γαλήνη... Οι φλόγες που καταβροχθίζουν το αυτοκίνητο αρνούνται να κινηθούν, τα θραύσματα αρνούνται να πέσουν καταγής... Ψάχνω το χέρι μου ανάμεσα στα χαλίκια· νομίζω πως έχω τραυματιστεί. Προσπαθώ να κουνήσω τα πόδια μου, να ανασηκώσω το λαιμό μου, αλλά κανείς από τους μυς μου δεν με υπακούει... Μαμά, φωνάζει το παιδί... Εδώ είμαι, Αμίν... Και, όντως είναι εδώ η μαμά, ξεπροβάλλει πίσω από ένα παραπέτασμα καπνού. Προχωρά ανάμεσα σε μετέωρα χαλάσματα, ανάμεσα σε χέρια των οποίων η κίνηση πετρώνει, σε στόματα που χάσκουν στην άβυσσο. Για μια στιγμή, με το γαλακτερό της πέπλο και το μαρτυρικό της βλέμμα, την περνάω για την Παναγία. Η μητέρα μου πάντα ήταν έτσι, λαμπερή και θλιμμένη ταυτόχρονα, σαν κερί. Όταν ακουμπούσε το χέρι της στο πυρακτωμένο μου μέτωπο, απορροφούσε όλο τον πυρετό και κάθε μου στεναχώρια...».

Η Γιασμίνα Χάντρα ή Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ όπως είναι το πραγματικό του όνομα, πρώην στρατιωτικός αλγερινής καταγωγής που κρύβεται πίσω από το γυναικείο όνομα, υιοθέτησε το όνομα της γυναίκας του για να αποφύγει τη στρατιωτική λογοκρισία. Όταν άφησε το στρατό και την ίδια την Αλγερία το 2000, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία όπου ζει μέχρι σήμερα. Τότε αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα. Ο Γιασμίνα Χάντρα υποστηρίζει ότι εξακολουθεί να υπάρχει χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης και ότι μεγάλη ευθύνη έχουν πρωτίστως οι Δυτικοί που με τον ιμπεριαλισμό που τους διακρίνει δεν προθυμοποιήθηκαν να κατανοήσουν τον αραβικό κόσμο. Ο ίδιος λέει ότι τα βιβλία του επιτρέπουν στους δυτικούς να κατανοήσουν τους Άραβες, ότι ο φονταμενταλισμός δεν είναι θρησκευτικό αλλά πολιτικό ζήτημα κι έχει σχέση με τη διαφθορά που χαρακτηρίζει την εξουσία σε κάθε αραβική χώρα. Το 2004, το περιοδικό Newsweek έγραψε ότι είναι ένας από τους σπάνιους λογοτέχνες που είναι ικανοί να δώσουν νόημα και σημασία στη βία που υφίσταται η Αλγερία. Το «Τρομοκρατικό χτύπημα» έχει γίνει ταινία με τον τίτλο «Η επίθεση», με σκηνοθέτη τον Ζιγιάντ Ντουεϊρί που μετά από 6 χρόνια ταλαιπωρίας, έπεισε Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους να συνεργαστούν δίνοντας άδεια για τα γυρίσματα που έγιναν σε Τελ-Αβίβ και Ναμπλούς.


5. Μπαρακάτ, ο δίκαιος - Γκαμάλ Γιτάνι (Αίγυπτος), εκδ. Καστανιώτη, μτφρ από τα αραβικά: Ελένη Καπετανάκη
«Το ξημέρωμα βρίσκει τα σπίτια βυθισμένα σ’ ένα γλυκό λήθαργο. Ο ήλιος καθυστερεί να φτάσει στα σοκάκια της αλ Χασινίγια, της αλ Μπατινίγια, της αλ Γκαμαλίγια και της αλ Οτούφ, ενώ φαίνεται καθαρά πάνω απ’ τα τείχη και τους πύργους της Ακρόπολης του Όρους.
Μια ομάδα Μαμελούκων διασχίζει τους δρόμους της Χάντρατ αλ Μπάκαρα. Δεν βγήκε από την Ακρόπολη. Βγήκε από το σπίτι του εμίρη Κάνι Μπέη αλ Ραμάχ, διοικητή των στάβλων του Σουλτάνου. Οι Μαμελούκοι περνούν το κανάλι και χωρίς να βιάζονται κατηφορίζουν μέχρι την Μπαμπ αλ Λουκ, κραδαίνοντας τα σπαθιά τους στο πρόσωπο της καινούργιας μέρας. Νερουλάδες τους συναντούν – πρώτοι απ’ όποιον ξυπνάει στην πόλη – κοντά στην Μπαμπ αλ Λουκ. Μεταφέρουν νερό από το Νείλο στα σπίτια αγνοώντας τον προορισμό των ιππέων.
Οι οπλές των αλόγων τους σηκώνουν μικρές δίνες σκόνης, καθώς οι καμήλες, φορτωμένες με καφετιές κανάτες νερού, επιταχύνουν το βήμα τους. Οι ψίθυροι των νερουλάδων εξασθενούν. Αυτή η συνάντηση δεν θα αφήσει στο μυαλό τους παρά μια αμυδρή ανάμνηση, όπως το σημάδι του κουπιού στα ήρεμα νερά ενός καναλιού.»
Αυτό είναι ένα απόσπασμα από το ιστορικό μυθιστόρημα του Γκαμάλ Γιτάνι, «Μπαρακάτ, ο δίκαιος» - μία από τις πολλές υπέροχες περιγραφές-εικόνες που σε βάζουν στο κλίμα της εποχής εκείνης. Και είναι η εποχή ο 16ος αιώνας, όταν κυβερνούσε την Αίγυπτο ο Μαμελούκος Σουλτάνος αλ Γούρι, λίγο πριν την Οθωμανική εισβολή το 1517 μ.Χ. Τότε έζησε και ο αλ Ζίνι Μπαρακάτ Ιμπν Μούσα, υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο, που ήταν δικαστής και «Μοχτάσιμπ», μια θέση από την οποία ασκούσε έλεγχο στις αγορές και στη δημόσια ηθική. Υπήρξε φιλόδοξος μα και αγαπητός στον κόσμο κι έγινε «Μοχτάσιμπ» πέντε φορές. Σύμφωνα με τον Ιμπν Ιγιάς, χρονικογράφο και ιστορικό της περιόδου των Μαμελούκων, ο Μπαρακάτ διατήρησε τη θέση αυτή είκοσι ολόκληρα χρόνια. Ο Γιτάνι βασίστηκε στα χρονικά του Ιμπν Ιγιάς για να ξαναπλάσει την εποχή εκείνη και λέει: «Συνήθιζα να διαβάζω σελίδες φωναχτά και να τις γράφω στο σημειωματάριό μου ολόκληρες ∙ μ’ αυτό τον τρόπο προσπαθούσα να αιχμαλωτίσω τον εσωτερικό ρυθμό στο ύφος του Ιμπν Ιγιάς.» Στο τέλος ωστόσο, ο Μπαρακάτ μεταμορφώνεται, γιατί η εξουσία διαφθείρει – και δεν διαφθείρει μόνο τον άνθρωπο, λέει ο συγγραφέας, διαφθείρει και το λαό. Παρόλο που η υπόθεση του βιβλίου εκτυλίσσεται σε μια εποχή που φαντάζει μακρινή, υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της εποχής εκείνης και της διακυβέρνησης της χώρας από τον Νάσερ. Τον Οκτώβρη του 1966 ο Γιτάνι φυλακίζεται από το καθεστώς του Νάσερ για 6 μήνες, λόγω των μαρξιστικών ιδεών του και της κριτικής που ασκούσε. Ο ίδιος λέει αστειευόμενος: «Φυλακίστηκα για τις ιδέες μου αλλά εγώ λέω ότι φυλακίστηκα για τα γραπτά μου!» Αφήνεται ελεύθερος όμως, όταν την Αίγυπτο επισκέπτεται ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και απειλεί την αιγυπτιακή κυβέρνηση με μια παγκόσμια εκστρατεία για τους παράνομα φυλακισμένους.
Ο Γκαμάλ Γιτάνι γεννήθηκε σε ένα χωριό της Νότιας Αιγύπτου, το 1945 και τη δεκαετία του ’50 έβλεπε από το σπίτι του τις Πυραμίδες στο ηλιοβασίλεμα. Αργότερα παθιάστηκε με την Αίγυπτο των φαραώ κι ενδιαφέρθηκε για τον σουφισμό και το μυστικιστικό Ισλάμ. Η γραφή του, ποιητική, μοιάζει με εκείνη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και οπωσδήποτε επηρεάστηκε από εκείνον που ο ίδιος θεωρεί δάσκαλό του, τον μεγάλο Ναγκίμπ Μαχφούζ για τον οποίον λέει: «Στην ηλικία των 15 χρόνων με συνεπήραν οι ιστορίες του Μαχφούζ, που είχαν τίτλους παρμένους από την παλιά μου γειτονιά στο Κάιρο.»
Στο έργο του ο Γιτάνι σκιαγραφεί τον αγώνα του ανθρώπου προς ένα σκοπό, την προσπάθειά του να ανακαλύψει τη θέση του στο χώρο και το χρόνο. Αφηγείται για να εκφράσει τη γνώμη του για τα μεγάλα ζητήματα που τον απασχολούν, όπως το ζήτημα του χρόνου. Αποφασίζει και παίρνει άδεια να περάσει ένα βράδυ μέσα στην κεντρική αίθουσα της Πυραμίδας του Χέοπος, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι κι όταν βγαίνει την επόμενη μέρα, είναι ένας άλλος άνθρωπος. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και πολλοί λένε, ότι είναι το επόμενο αραβικό Νομπέλ.

«Η καρδιά, γεμάτη τραύματα που δύσκολα επουλώνονται. Η ψυχή, ζούγκλα από αιχμηρά ακόντια, καρφωμένα βαθιά, που δεν ξεκολλάνε. Κανένα φράγμα δεν σταματά τη θλίψη που ρέει. Δεν υπάρχει πρώτος και τελευταίος, ο πληθυντικός και ο ενικός χάνονται, το τρίτο γράμμα της αλφαβήτου είναι το τέλος του τέλους. Ο θάνατος της ελπίδας γεννιέται από το χωρισμό των ερωτευμένων. Οι επιθυμίες απομακρύνονται, εγκαταλείποντάς σε.
Στην πρώτη σου νιότη μια κρυφή σκέψη, θαμμένη βαθιά, σε στοιχειώνει. Το μέτωπό σου δεν έχει χαραχτεί απ’ τις ρυτίδες. Γύρω σου ο τρόμος κάνει τ’ αστέρια να ψιθυρίζουν, τραβάει τη γη στον ουρανό. Οι ανθρώπινες καρδιές χτυπούν με πίκρες και βάσανα, αλλά κάνε υπομονή, μη βιάζεσαι. Σε λίγα χρόνια θα ‘ρθουν χαρούμενες μέρες. Τα πράγματα δεν θα μείνουν στη θέση τους, πάντα τα ίδια, αμετακίνητα».

Κλείνοντας, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τη συνέντευξη του Γκαμάλ Γιτάνι στον Ανταίο Χρυσοστομίδη, όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Οι Κεραίες της Εποχής μου» (εκδ. Καστανιώτη), που κατά τη γνώμη μας εκφράζει τους δεσμούς των δύο πολιτισμών μας :
«Όταν διαβάζουμε την ιστορία του ισλαμικού πολιτισμού, βλέπουμε πως ο πολιτισμός αυτός γίνεται πιο δυνατός όταν ανοίγεται στους άλλους πολιτισμούς, ενώ αποδυναμώνεται όταν κλίνεται στον εαυτό του. Η λαμπρότερη εποχή του ισλαμισμού υπήρξε ο 11ος αιώνας μ.Χ ή 4ος ισλαμικός, όταν το κράτος των Αμπασιδών ήταν ισχυρό και ο χαλίφης Μααμούν ελ Αμπάσι άρχισε να ενθαρρύνει τη μεταφραστική δραστηριότητα. Τότε μεταφράστηκε η Αρχαία Ελληνική γραμματεία στην αραβική γλώσσα. Αυτή λοιπόν η αλληλεπίδραση πολιτισμών, το γεφύρωμα ανάμεσα στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την ισλαμική σκέψη, δημιούργησε μια Μεγάλη Ισλαμική Σχολή με πρωτοπόρους τον Ιμπν Σίνα (Αβικέννας) και τον Ιμπν ελ Άραμπι στην Ανδαλουσία».

* Η Ελένη Καπετανάκη είναι μεταφράστρια αραβικής λογοτεχνίας

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Η ιστορία της αραβικής λογοτεχνίας

Αναδημοσίευση από: http://lou-read100.blogspot.gr/2015/10/blog-post_17.html
House of Wisdom, Yahyá al-Wasiti (1237).

 Η Ελένη Καπετανάκη, μεταφράστρια του βιβλίου «Το καντήλι της Ουμ Χάσιμ» του Γιάχια Χάκι (Αίγυπτος), που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μαΐστρος, μας αφηγείται τη συνοπτική ιστορία της αραβικής λογοτεχνίας. Η συμβολή του ισλαμικού πολιτισμού στη διάσωση, μέσω των μεσαιωνικών μεταφράσεων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, είναι μείζονος σημασίας για τον ευρωπαϊκό δυτικό πολιτισμό. Σήμερα είναι ίσως πιο καίριο από ποτέ οι άνθρωποι της Δύσης να ανακαλύψουμε την αληθινή ταυτότητα του ισλαμικού πολιτισμού, ο οποίος, όπως επισημαίνει η φίλη Ελένη, «καμία σχέση δεν έχει με τις αγριότητες που παρακολουθούμε στους τηλεοπτικούς μας δέκτες». Το κείμενο αυτό αποτελεί το δεύτερο μέρος ενός αφιερώματος στην αραβική λογοτεχνία με τη δική της επιμέλεια. Την ευχαριστώ ιδιαιτέρως για την τιμή που μου κάνει.

Μιλώντας για την Αραβική λογοτεχνία, μιλάμε για πεζογραφία και ποίηση. Η αραβική λέξη που χρησιμοποιείται για τη λογοτεχνία είναι η λέξη «άνταμπ» που σημαίνει ευγένεια, καλοί τρόποι, καλλιέργεια. Η Αραβική λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε τον 5ο αιώνα, πριν από τον οποίο είχαμε μόνο σκόρπια κομμάτια γραπτού λόγου. Τα αρχαιότερα λογοτεχνικά κείμενα ωστόσο είναι ποιητικά με θέμα τους τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων, τις περιπλανήσεις και τα ταξίδια τους, τον έπαινο ή όχι ενός ανθρώπου ή μιας φυλής. Στα νυχτέρια και τους ποιητικούς διαγωνισμούς έδειχναν οι Άραβες από παλιά την αγάπη τους στο λόγο. Οι παραμυθάδες αναφέρονταν στο βίο και την πολιτεία των Αράβων, ένδοξες πράξεις του παρελθόντος, πολέμους φυλών, διαμάχες οικογενειών. Η ποίησή τους ήταν προφορική και πήγαινε από στόμα σε στόμα. Η πιο χαρακτηριστική ποιητική μορφή είναι η λεγόμενη κασίντα. Ενίοτε τα ποιήματα απαγγέλλονταν από τον ποιητή ή τον εκφωνητή που ακολουθούσε τον ποιητή και μάθαινε κάποια από τα έργα του. Οι ποιητές είχαν και υλικές απολαβές κι επιβράβευση για το έργο τους. Η ποίηση μπορεί να ήταν πανηγυρική, σατιρική, ελεγειακή, θρησκευτική, της οινοποσίας και του έρωτα. Η προ-ισλαμική ποίηση διασώθηκε χάρη στους ραψωδούς που απομνημόνευαν ή κατέγραφαν την ποίηση. 
 
Το Κοράνι θεωρείται ως το αριστούργημα της αραβικής γλώσσας και λογοτεχνίας. Η περίοδος πριν το Κοράνι είναι η εποχή της τζαχιλίγια, δηλαδή της άγνοιας και πριν από την εποχή αυτή υπήρχε κυρίως προφορική παράδοση. Στο τέλος του 6ου αιώνα όμως ξεκινά μια ζωηρή γραπτή παράδοση που συλλέγεται και καταγράφεται 2 αιώνες μετά. Το Κοράνι, γραμμένο σε κλασικά αραβικά του 7ου αι, επέδρασε σημαντικά στην αραβική γλώσσα και λογοτεχνία. Γράφτηκε σε 20 ολόκληρα χρόνια, από την πρώτη θεϊκή αποκάλυψη- τη Νύχτα του Πεπρωμένου- το 612, μέχρι το θάνατο του Μωάμεθ το 632. Σύμφωνα με το Ισλάμ, δεν είναι ανθρώπινο έργο. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ το μετέδωσε δια ζώσης και αποσπασματικά στον Μωάμεθ κι ο Προφήτης το απεκάλυψε με προφορικό λόγο. Οι 114 σούρες (κεφάλαια) και τα 6.236 αγιάτ (στίχοι) έχουν ολοκληρωμένη δομή, με διηγήσεις, παρομοιώσεις, θεϊκές εντολές και οδηγίες, σχόλια για το ίδιο το Κοράνι, μεταφορές, παραβολές. Παρά το ότι περιέχει πεζό λόγο και ποίηση μαζί, δηλαδή ο λόγος του είναι σαζ (έρρυθμος λόγος), δεν εμπίπτει σε καμία τέτοια κατηγοριοποίηση καθώς θεωρείται θεϊκή αποκάλυψη από τους Μουσουλμάνους. Με την εξάπλωση της νέας θρησκείας, είχαμε και την εξάπλωση της αραβικής γλώσσας. Μια μετάφραση του κειμένου δεν θεωρείται Κοράνι παρά μόνο εάν παραθέτει και το αραβικό κείμενο. 
 
Το Κοράνι απετέλεσε και πεδίο μελέτης της αραβικής γλώσσας και γραμματικής, πολλοί δε χαλίφηδες ανέθεταν εργασίες. Ο χαλίφης αλ Μαμούν ίδρυσε τον Οίκο της Σοφίας στη Βαγδάτη για να προωθήσει την έρευνα στην αραβική γλώσσα και τις μεταφράσεις έργων στα αραβικά. Δημιουργήθηκαν βιβλιοθήκες, εργαστήρια, κέντρα μεταφράσεων, όπου λόγιοι εργάζονταν νυχθημερόν. Υπήρχε άνθηση των γραμμάτων, οι δε πόλεις Βασόρα και Κούφα ανταγωνίζονταν σε πολλά πεδία μάθησης. Την εποχή εκείνη μεταφράστηκαν και μεγάλα τμήματα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στα αραβικά, όπως έργα του Αριστοτέλη αλλά και ιατρική, φυσική, αστρονομία, μαθηματικά και μουσική. Οι μεταφράσεις αυτές διεσώθηκαν και έγιναν γνωστές στην Ευρώπη από τα αραβικά. 
 
Εκτός από το Κοράνι, σημαντική λογοτεχνία αποτελούν και τα χαντίθ, η προφορική δηλαδή παράδοση γύρω από τη ζωή του Μωάμεθ, αλλά και τα ταφσίρ που είναι τα σχόλια και οι αναλύσεις ως προς τη θρησκεία και τα κηρύγματα. Η έρευνα της ζωής του Προφήτη απετέλεσε λόγο για την ανάπτυξη της ισλαμικής λογιοσύνης αλλά και της συλλογής της προ-ισλαμικής ποίησης, καθώς πολλοί από αυτούς τους ποιητές ήταν κοντά στον Προφήτη και τα γραπτά τους δίνουν μια εικόνα της εποχής εκείνης. Επίσης γράφτηκαν και πολλές βιογραφίες του Προφήτη, στις οποίες αναφέρονταν οι μάχες και τα σημαντικά γεγονότα στην αρχή του Ισλάμ. 
 
Ο πεζός λόγος βρήκε το δρόμο του δια μέσου της ρητορικής, μέσω των λόγων δηλ που εκφωνούνταν κάθε Παρασκευή στο τζαμί αλλά και μέσω των πολιτικών λόγων. Ο πεζός αφηγηματικός λόγος εκπροσωπείται πρωτίστως από την διήγηση, το μύθο ή το σύντομο διήγημα με θέματα τον απατημένο σύζυγο, την άπιστη γυναίκα, τον ηλίθιο, τον δειλό και άλλους ανθρώπινους τύπους της καθημερινότητας. Επίσης η ηθογραφία, με παροιμίες, ρητά, παραβολές είναι μια άλλη μορφή πεζού λόγου. 
 
Η μυστικιστική λογοτεχνία έδωσε πολλά και σημαντικά έργα στον πεζό και ποιητικό λόγο. Ο ισλαμικός μυστικισμός και οι εκδηλώσεις του είναι γνωστά με τον όρο Σουφισμός κι οι εκπρόσωποί του είναι οι Σούφι που υποστηρίζουν ότι ο Θεός δεν εμφανίζεται στο νου του ανθρώπου αλλά στο χώρο της καρδιάς και του συναισθήματος.

Συλλογές και εγχειρίδια απετέλεσαν άλλες μορφές λογοτεχνίας. Τον 9ο αιώνα ένας βιβλιοπώλης από τη Βαγδάτη, ο Ιμπν αλ Ναντίμ, συνέθεσε έναν κατάλογο με όλα τα βιβλία που ήταν διαθέσιμα και προς πώληση τότε στην Βαγδάτη και αυτό μας δείχνει τη λογοτεχνική παραγωγή της εποχής εκείνης. Και άλλοι όμως, με σπουδαιότερο τον αλ Τζάχιζ (λογοτεχνία του άνταμπ, δηλ στάσης ζωής και πολιτισμού), έκαναν συλλογές για το σπίτι και τον κήπο, τις γυναίκες, τους τυφλούς, τα ζώα και άλλα. Τα εγχειρίδια πρόσφεραν οδηγίες για διακυβέρνηση, δημόσια δίοικηση αλλά και δημιουργική γραφή. Το εγχειρίδιο του Ιμπν Κουτάιμπα περιελάμβανε την ιστορία των Αράβων, με βιβλικές ιστορίες και παραμύθια αλλά και άλλα ιστορικά γεγονότα. 
 
Η ερωτική λογοτεχνία επίσης και τα ερωτικά ποιήματα ήταν πολύ διαδεδομένα και γίνονταν μερικές φορές τρυφερά και μερικές φορές αρκετά λεπτομερή ως προς τις σεξουαλικές περιγραφές.

Μορφές λογοτεχνίας απετέλεσαν και οι βιογραφίες του Μωάμεθ μαζί με βιογραφικά λεξικά και ταξιδιωτικά βιβλία Μουσουλμάνων γεωγράφων και περιηγητών όπως ο Ιμπν Φαντλάν, ο Ιμπν Τζουμπάιρ(1145-1217) και ο πιο διάσημος Ιμπν Μπατούτα. Τα ταξίδια τους μας φανερώνουν τις κουλτούρες του ευρύτερου κόσμου του Ισλάμ αλλά και του κόσμου πέρα από το Ισλάμ, στις άκρες της αυτοκρατορίας. Ακόμα ανέδειξαν το εμπορικό δαιμόνιο των Μουσουλμάνων. Πολλοί συγγραφείς και πεζογράφοι ασχολήθηκαν με την Ιστορία, πιο σημαντικός από αυτούς ήταν ο Ιμπν Χαλντούν. Με το μεγάλο του έργο αλ Μουκαντίμα (τα Προλεγόμενα), ανέλυσε τις πρώιμες μορφές κοινωνιών, των απλών γεωργών και κτηνοτρόφων, εκείνες που για να επιβιώσουν είχαν ανάγκη από μια εξουσία κι έναν ηγέτη που θα κυριαρχούσε πάνω τους. Ακόμα, αραβικά ημερολόγιαπρωτοεμφανίστηκαν πριν τον 10ο αιώνα, με το ημερολόγιο του Ιμπν Μπάννα να είναι, στον 11ο αιώνα, παρόμοιο με τα σύγχρονα ημερολόγια κατά χρονολογική σειρά.

Η φιλολογική και λογοτεχνική κριτική ήταν κι αυτή μια άλλη μορφή λογοτεχνίας, επικεντρωμένη σε θρησκευτικά κείμενα κυρίως. Έπαιξε όλο και μεγαλύτερο ρόλο μετά τον 10ο αι.

Άλλο γνωστό είδος είναι η μακάμ (ιστορίες με κεφάλαια 7-10 σελίδες το καθένα που διηγούνται ιστορίες με τον ίδιο πρωταγωνιστή), κάτι μεταξύ πεζού και ποίησης. Είναι ιστοριούλες με κεντρικούς ήρωες που τους βλέπουμε σε διάφορες εκφάνσεις της ζωής και της καθημερινότητάς της. Έχει σχέση με την ηθικο-ρεαλιστική λογοτεχνία. Αλ Χαμαντάνι και αλ Χαρίρι οι σπουδαιότεροι εκπρόσωποι. Η αλ μακάμ ήταν δημοφιλέστατο είδος που γραφόταν μέχρι τον 17ο και 18ο αι.

Η ρομαντική λογοτεχνία, ένα άλλο είδος, μας έδωσε το ποίημα «Λάιλα και Ματζνούν» από τον 7ο αιώνα των Ομεϊαδών. Μοιάζει με την ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας που λέγεται με τη σειρά της ότι είναι εν μέρει παρμένη από το «Λάιλα και Ματζνούν». Άλλη επίσης γνωστή ερωτική ιστορία είναι η «Αντάρα και Άμπλα».

Ιστορίες αστυνομικού μυστηρίου ακόμα μπορούμε να δούμε στις «Χίλιες και μία νύχτες».
Σάτιρα και κωμωδία υπήρχαν από τον αλ Τζάχιζ τον 9ο αι, με συνέχεια, και τον 10ο αι για την σάτιρα ενώ η κωμωδία με την Ποιητική του Αριστοτέλη μεταφράστηκε στα αραβικά και σχολιάστηκε από Άραβες συγγραφείς και φιλόσοφους του Ισλάμ, μεταξύ των οποίων ο Αβικένας (Ιμπν Σίνα) και ο Αβερρόης (Ιμπν Ρουσντ).

Οσο για το θέατρο, αυτό εξελίχτηκε περισσότερο την σύγχρονη εποχή. Υπήρχε και νωρίτερα θεατρική παράδοση, μα ήταν παράνομη και δεν καταγραφόταν. Το πιο δημοφιλές θέατρο στο μεσαιωνικό Ισλάμ είναι το κουκλοθέατρο και ζωντανές παραστάσεις με ηθοποιούς που αναφέρονται στην Ιστορία του Ισλάμ.

Το φιλοσοφικό μυθιστόρημα επίσης αναπτύχθηκε με κύριους εκπροσώπους τον Ιμπν Τουφάιλ και τον Ιμπν αλ Νάφις, φιλοσόφους του Ισλάμ.

Η λογοτεχνική παραγωγή κατά τον 10ο ως 13ο αι στην αραβική Δύση, τις χώρες του Μαγρέμπ δηλαδή και το Ανταλούς (Ιβηρική χερσόνησο, Σικελία) επηρέασε τον αραβικό κόσμο και τη ρομανική λογοτεχνία. Η Ισπανία έδωσε μεγάλους φιλοσόφους, μυστικιστές (Ιμπν Άραμπι [1165-1240]) και ποιητές. Το 1085, που οι Χριστιανοί κατέλαβαν το Τολέδο, αρκετοί Μουσουλμάνοι παρέμειναν εκεί και δημιούργησαν την περίφημη Σχολή του Τολέδο που έκανε γνωστά στη Δύση πολλά έργα-κλειδιά ενός παγκόσμιου πολιτισμού: Αριστοτέλης, Ευκλείδης, Πτολεμαίος, Ιπποκράτης. Η Σικελία που κατελήφθη από τους Άραβες τον 9ο αι ανέπτυξε πολιτιστικά αραβικά στοιχεία που παρέμειναν και μετά την κατάληψή της από τους Νορμανδούς τον 11ο αι.

Στην Ασρ ελ Ζουλούμ (Εποχή των Ερέβων,14ος-19ο αι), έχουμε στο χώρο της γεωγραφίας έναν σπουδαίο περιηγητή και γεωγράφο, τον Ιμπν Μπατούτα (+1377) από το Μαρόκο που ταξίδεψε πολύ καταγράφοντας τις εντυπώσεις του με λεπτομέρεια. Επίσης ο Ιμπν Χαλντούν (1332-1406), πατέρας της φιλοσοφίας, της ιστορίας και της κοινωνιολογίας.

Η λαϊκή, προφορική, αραβική λογοτεχνία καταγράφηκε αργά καθώς δεν την θεωρούσαν άξια να περάσει στις επόμενες γενιές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι «Χίλιες και μία νύχτες» από την Αίγυπτο των Φατιμιδών. Υπάρχουν και πολλά άλλα λαϊκά έπη, μα οι «Χίλιες και μία νύχτες» γεννήθηκαν από διηγήσεις μέσα στην έρημο, σε σταθμούς καραβανιών ή στα νυχτέρια των πόλεων.

Η παρακμή της αραβικής λογοτεχνίας
Η εξάπλωση των Αράβων τον 7ο και 8ο αι τους έφερε σε επαφή με διαφορετικές κουλτούρες από τις οποίες επηρεάστηκαν και η σημαντικότερη ήταν η Περσική. Η παραγωγή μειώθηκε αλλά πολλά αραβικά θέματα και στυλ υιοθετήθηκαν από τους Πέρσες. Μέχρι τον 20ο αι όχι μόνο η Περσική αλλά και η Τουρκική γλώσσα δέσποσαν στην αραβική λογοτεχνία.

Σύγχρονη αραβική λογοτεχνία: Αραβική Αναγέννηση-Νάχντα
Τον 19ο αιώνα συνέβη η Νάχντα – η Αραβική Αναγέννηση- κυρίως στην Αίγυπτο και τον Λίβανο, και τον 20ο αι εξαπλώθηκε και στις άλλες αραβικές χώρες. Είναι η διαφοροποίηση των Αράβων από το Οθωμανικό κράτος και τους Ευρωπαίους, κι έγινε μέσω των γραμμάτων και των τεχνών. Τα μηνύματα του προβληματισμού εμφανίστηκαν με τη μορφή δοκιμίων που διέγειραν το ανθρώπινο πνεύμα και εκφράστηκαν από συγγραφείς και στοχαστές που είχαν έρθει σε επαφή με το δυτικό- ευρωπαϊκό πνεύμα, κυρίως στη Γαλλία, κι αργότερα με τη μετανάστευση από τη ρωσική και αμερικανική λογοτεχνία. Έγινε αισθητή και στον υπόλοιπο κόσμο όπου εκδηλώθηκε μεγάλο ενδιαφέρον για την μετάφραση αραβικών έργων σε ευρωπαϊκές γλώσσες και τότε έγινε γνωστή στον αραβικό κόσμο η πνευματική και λογοτεχνική παραγωγή της Δύσης. Προτού η Ανατολή ενδιαφερθεί για τη Δύση, η Δύση είχε ενδιαφερθεί για την Ανατολή με τις Σταυροφορίες που είχαν επιτρέψει την εγκατάσταση Δυτικοευρωπαίων στην ανατολή. Το ενδιαφέρον συνεχίστηκε και με τους ρομαντικούς οριενταλιστές φιλολόγους αλλά και τους εκπρόσωπους της βιομηχανικής επανάστασης που έψαχναν πρώτες ύλες σε αυτές τις χώρες. Και οι Άραβες όμως προσπάθησαν να δημιουργήσουν σχέσεις με τη Δύση, μεταφράζοντας δυτικά έργα ώστε να κατανοήσουν τις πολιτισμικές της αξίες και την τεχνολογία της (Ο Μοχάμαντ Άλι στην Αίγυπτο, άφησε πίσω του την αίσθηση πως η παιδεία πρέπει να θεωρείται η βάση της προόδου). Οι εύποροι νέοι της εποχής μορφώνονταν στο εξωτερικό κι επηρεάζονταν από το δυτικό τρόπο ζωής.

Η Νάχντα συνεχίστηκε και στο Λίβανο μετά το πρώτο τέταρτο του 19ου αι, καθώς ήταν συνεχώς σε επαφή με δυτικούς λόγω των Σταυροφοριών.

Η ποίηση επίσης είχε τη δική της Νάχντα με ποιητές σαν τον Άχμαντ Σάουκι και τον Χάφεζ Ιμπραχίμ που ήταν γνώστες της Δυτικής λογοτεχνίας και ποίησης. Μέχρι και σήμερα η ποίηση αποτελεί πολύ σημαντικό κομμάτι του αραβικού κόσμου. ( Άδωνις, ο Μαχμούντ Νταρουίς- εθνικός ποιητής των Παλαιστινίων-, ο Νιζάρ Καμπάνι από τη Συρία).
Το θέατρο και το μυθιστόρημα ήταν καινοτομίες της Νάχντα. Το πρώτο πραγματικό αραβικό μυθιστόρημα γεννήθηκε στην Αίγυπτο και είναι η «Ζάινεμπ»του Μοχάμαντ Χουσέιν Χάικαλ (1888-1956). 
 
Στα μυθιστορήματα, αγαπημένο θέμα είναι η μελέτη της οικογενειακής ζωής και της ανθρώπινης καθημερινότητας. Τα έργα του Ναγκίμπ Μαχφούζ –Νομπέλ 1988-δείχνουν τη ζωή στο Κάιρο και μιλούν για τους αγώνες της οικογένειας έχοντας σαν φόντο γεγονότα της Ιστορίας της Αιγύπτου. 
 
Σήμερα η αραβική λογοτεχνία διαβάζεται και μεταφράζεται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες μεταφέροντας τον πρόθυμο αναγνώστη σε κόσμους διαφορετικούς, νοοτροπίες άλλες που φαντάζουν απρόσιτες και ξένες. Τα γεγονότα της εποχής μας ωστόσο συντείνουν στο να αποστρεφόμαστε τον αραβικό κόσμο και βάζουν φρένο στη διάθεσή μας να τον πλησιάσουμε, ώστε να δώσουμε στην αραβική λογοτεχνία τη θέση που της αξίζει. Ας προσπαθήσουμε, καθώς είναι βέβαιο πως μιλάμε για ένα μεγάλο πολιτισμό ο οποίος καμία σχέση δεν έχει με τις αγριότητες που παρακολουθούμε στους τηλεοπτικούς μας δέκτες.

Ελένη Καπετανάκη

Πηγές:
- Albert Hourani: Η ιστορία του Αραβικού κόσμου (εκδ. Ψυχογιός)
Ελένη Κονδύλη-Μπασούκου: Εισαγωγή στη Λογοτεχνία των Αράβων (εκδ. Ελληνικά γράμματα)
- Ιμπν Μπαττούτα: Ταξίδια στην Ασία και την Αφρική 1325-1354 (εκδ. Στοχαστής)
- Γεράσιμος Μακρής: Ισλάμ, Πεποιθήσεις, πρακτικές και τάσεις (εκδ. Πατάκη)
- Ελένη Κονδύλη-Μπασούκου: Αραβικός πολιτισμός (εκδ. Ελληνικά γράμματα)
William Wright, M.J.De Geoje: Travels of Ibn Jubayr [BIBLIOLIFE, LLC]