Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Γιώργος Κεντρωτής μεταφράζει Alfonso Gatto



ALFONSO GATTO

ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.



ΒΡΑΔΥ

Ο εργάτης ντυμένος με τη μπλε του φόρμα
έσκασε μύτη στην Πλατεία Πίζας
ο Άρνος ήτανε στεγνός από σκόνη
τα ροζ σπίτια ένιωθαν να τα βαραίνει εκεί πιο πολύ
το χρυσάφι του χρόνου που κατεβαίνει στη θάλασσα.

Το άμεμπτο βήμα του ανθρώπου διέσχισε τη νύχτα
τον τοίχο, όπου ο ίσκιος τού κλείνει
την πόρτα της Ανατολής.

Και στο σπίτι άναψε η λάμπα
τη γαλανή επαρχία των νερών της θαλάσσης.




SERA

L’operaio vestito d’azzurro
spuntò nella piazza di Pisa,
l’Arno era magro di polvere
le case di rosa patita più in là dell’oro,
del tempo che scende al mare.

Il passo illeso dell’uomo varcò la sera,
il muro ove l’ombra gli chiuse
la porta d’oriente.

E nella casa accese il lume
l’azzurra provincia del mare.


ΕΝΑ ΑΝΘΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ

Ένας άνδρας σαν εκείνον που του μοιάζει
καταπονημένος και πρόθυμος να είναι πιο μόνος
απ’ ό, τι ήτο με τας σκέψεις του
με τα χέρια του να γυρεύουνε προσεχτικά να βρούνε θέσιν
στο κύπελλο, στο ποτήρι, στο σμικρόν τετράδιον
με τους στίχους.
Αστράφτει στα ομματοϋάλιά του
των όσων έζησεν η τρυφερότης ολονέν εντονοτέρα:
πάρε μες στο ψύχος του εντροπαλού ετούτου Οκτώβριου,
το άνθος που σου φέρω – παρ’ το!
Μέσα εις το γλυκό εμπορικόν της πλήξεως
η καραμέλα η στοχαστική που όλο πιπιλάς θα λειώνει
με την πικρή του βλέμματος σου τη βραδυπορία –
θα βλέπεις, θα παρατηρείς, πλην ουδέποτε θα καταλήξεις
ν’ ανεύρεις, όπως έλεγες
τί είναι η φύσει οκνηρά του έρωτος σοφία.



UN FIORE PER KAVAFIS

Un uomo come lui che gli somigli,
stanco e voglioso d'essere più solo
di quel che fu con i pensieri suoi,
con le sue mani attente a trovar posto
alla tazza al bicchiere al quadernetto
di versi, luccicante per gli occhiali
l'intensa tenerezza di cui visse:
questo, nel freddo dell'ottobre schivo,
il fiore che ti porto.
È nell'emporio dolce della noia
il confetto pensoso che rimugini
con l'amara lentezza dello sguardo,
il notare il notare e mai concludere,
come dicevi,
e la saggezza pigra dell'amore.


Η ΚΑΜΑΡΑ

Τούτη η κάμαρά μου με την αφελή της πίστη,
για να κατοικηθεί με ίδια πίστη
νεώτερη από μένα, πιστεύει –μόνο αυτή πιστεύει–
στη νέα μου ιστορία, εσύ δεν θέλεις
να πιστέψεις, λες προσωρινά είναι όλα.

Αν μ’ αφήσεις τον θάνατο ή την ελπίδα
ν’ αλλάξω πλανώμενος, δεν ξέρεις καν
ούτε αντέχεις να πιστέψεις εσύ πως είσαι
η προσκεκλημένη παρουσία.

Η κάμαρά μου έχει το κενό που της αφήνεις.
Δεν της λείπει η καρέκλα, η θέση σου της λείπει.
Δεν της λείπει το πικάπ, η φωνή σου
της λείπει και η σιωπή τού να σ’ έχει παντού ολόγυρα.

Λείπουν τα μάτια σου – πιο πολύ απ’ τον καθρέφτη λείπουνε.


LA STANZA

Questa mia stanza candida di fede,
ad abitarla con eguale fede
più giovane di me, lei sola crede
alla mia nuova storia, tu non vuoi
credere, dici è tutto provvisorio.

Se mi lasci la morte o la speranza
di mutare vagando non sai dire,
né a credere sopporti che tu sia
la presenza invocata.

La mia stanza ha il vuoto che le lasci.
Non le manca la sedia, ma il tuo posto.
Non manca il giradischi, la tua voce
manca e il silenzio dell’averti intorno.

Mancano gli occhi tuoi più dello specchio.


Ο Alfonso Gatto γεννήθηκε  στο Salerno της Campania το 1909. Το 1926 εγγράφεται στο πανεπιστήμιο της Napoli, όμως εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων δεν θα ολοκληρώσει ποτέ τις σπουδές του. Από τον γάμο του με την καθηγήτρια του στα  μαθηματικά  Agnese Jole Turco , θα αποκτήσει δυο κόρες αφού πρώτα καταφύγει στο Milano. To 1936 συλλαμβάνεται από το καθεστώς με την κατηγορία της αντιφασιστικής δράσης ενώ το 1938 ιδρύει μαζί με τον  Vasco Pratolini  το λογοτεχνικό περιοδικό, Campo di Marte. Το 1944 γίνεται μέλος του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος (PCI)  και τον επόμενο χρόνο συνεργάτης της αριστερής εφημερίδας L’ Unita. Στις 8 Μαρτίου του 1978, μετά από ένα σοβαρό αυτοκινητιστικό δυστύχημα, θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο  di Grosseto. Στον τάφο του στο Salerno,  ο Eugenio Montaleθα γράψει:
«Στον Alfonso Gatto
του οποίου η ζωή και η ποίηση
ήταν η μοναδική μαρτυρία   της αγάπης»

Μερικά από τα έργα του Alfonso Gatto:
  • Isola, Napoli 1932.
  • Morto ai paesi, Modena 1937.
  • Poesie, Milano 1939, nuova edizione, Firenze 1943.
  • L’allodola, Milano 1943.
  • La spiaggia dei poveri, Milano 1944.
  • Amore della vita, Milano 1944.
  • La spiaggia dei poveri, Milano 1944, nuova edizione Salerno 1996.
  • Il sigaro di fuoco. Poesie per bambini, Milano 1945.
  • Il capo sulla neve, Milano 1947.
  • Nuove poesie 1941-49, Milano 1949.
  • La forza degli occhi, Milano 1954.
  • La storia delle vittime, Milano 1966.
  • Rime di viaggio per la terra dipinta, Milano 1969.
  • Poesie 1929-69, Milano 1972.

Γιώργος Κεντρωτής

Ο Γιώργος Κεντρωτής γεννήθηκε το 1958 στους Μολάους Λακωνίας. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Είναι καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει εκδόσει βιβλία για τη μετάφραση και την Επτανησιακή Σχολή και έχει μεταφράσει στα ελληνικά έργα πολλών συγγραφέων.

 
Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2016)Ορίτζιναλ μαϊμούδες, Τυπωθήτω
(2013)Ο κόσμος καρναβάλι, Τυπωθήτω
(2012)Ανάποδα ψαλίδια, Δίαυλος
(2009)Παρέλαση, Τυπωθήτω
(2008)Εκατόν δύο ματς, Τυπωθήτω
(2007)Στις κερκίδες του λόγου, Δίαυλος
(2006)Με απ' όλα μέσα, Τυπωθήτω
(2003)45 χρόνια βάζω γκολ στους βάζελους, Δίαυλος
(2003)Πόσα χουνέρια και τι πλεκτάνες, Τυπωθήτω
(1997)Το αλφαβητάρι του Ολυμπιακού, Δίαυλος
(1996)Θεωρία και πράξη της μετάφρασης, Δίαυλος
 
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2012)Κουίζ ολυμπιακογνωσίας και θρυλοφροσύνης, Δίαυλος
(2012)Κώστας Βάρναλης: Φως που πάντα καίει, Σύγχρονη Εποχή
(2012)Ποδόσφαιρο και πολιτισμός, Εκδόσεις Γκοβόστη
(2011)Γιάννης Ρίτσος, Σύγχρονη Εποχή
(2011)Όψεις κοινωνικής δυναμικής, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
(2010)Οπαδική βία και άλλες πτυχές της βίας στον αθλητισμό, Νόβολι
(2010)Σελίδες στην οθόνη ή σε χαρτί, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
(2009)George Trakl: Από τα τέλη του 19ου στις αρχές του 21ου αιώνα, Ύψιλον
(2009)Εισαγωγή στην ποίηση του Ρίτσου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
(2006)Δέκα γραφές για τον Διονύση Σέρρα και την ποίησή του, Ραπόρτο
(2006)Θρησκευόμενοι κόκκινοι επιστήμονες, Ελληνικά Γράμματα
(1996)Η μεταπολεμική πεζογραφία, Σοκόλη
 
Μεταφράσεις
(2017)Tacitus, Poplius Cornelius, Διάλογος περί ρητόρων, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
(2015)Vico, Giambattista, Η νέα επιστημονική γνώση, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
(2014)Brecht, Bertolt, 1898-1956, Η βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
(2014)Παλατινή ανθολογία, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
(2013)Πλάτων, Κρατύλος, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός [μετάφραση, επιμέλεια]
(2011)Mayakovsky, Vladimir, Τραγωδία, Τυπωθήτω
(2011)Musil, Robert, 1880-1942, Τρεις γυναίκες, Μεταίχμιο
(2009)Κορφιάτης, Χρήστος, Διονυσίου Σολωμού, Τα κερκυραϊκά, Αλκίνοος
(2009)Σολωμός, Διονύσιος, 1798-1857, Διονυσίου Σολωμού, Τα κερκυραϊκά [Διονυσίου Σολωμού: Τα ευρισκόμενα], Αλκίνοος
(2008)Kandinsky, Wassily, 1866-1944, Αναδρομή 1901-1913, Διάττων
(2008)Neruda, Pablo, 1904-1973, Η στείρωση των αστέρων, Τυπωθήτω
(2008)Cicero, Marcus Tullius, 106-43 π.Χ.., Ο τέλειος ρήτορας, Πόλις
(2007)Neruda, Pablo, 1904-1973, Στα χθόνια δώματα, Ύψιλον
(2007)Éluard, Paul, 1895-1952, Των Αλγηδόνων πρωτεύουσα, Ύψιλον
(2007)Mayakovsky, Vladimir, Φυσώντας των σπονδύλων μου το φλάουτο και άλλα 8 ποιήματα, Τυπωθήτω
(2005)Neruda, Pablo, 1904-1973, Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ένα τραγούδι χωρίς καμμιάν ελπίδα, Τυπωθήτω
(2005)Brecht, Bertolt, 1898-1956, Σάουνα και συνουσία, Ύψιλον
(2004)Hoffmann, Ernst Theodor Amadeus, 1776-1822, Κρέσπελ και Αντωνία, Μαΐστρος
(2004)Αισχύλος, Προμηθέας Δεσμώτης, Μαΐστρος
(2004)Σολωμός, Διονύσιος, 1798-1857, Ρίμες εξ απροόπτου, Ύψιλον
(2004)Musil, Robert, 1880-1942, Τρεις γυναίκες, Μεταίχμιο
(2001)Πλάτων, Κρατύλος, Πόλις [επιμέλεια, μετάφραση]
(2000)Broch, Hermann, Βιργιλίου θάνατος, Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
(1997)Heaton, John, Ο Βιτγκενστάιν με εικόνες, Δίαυλος
(1996)Pavese, Cesare, 1908-1950, Αγροίκοι, Αλεξάνδρεια
(1994)Musil, Robert, 1880-1942, Κατάλοιπα ζωντανού συγγραφέα, Αλεξάνδρεια
(1993)Pavese, Cesare, 1908-1950, Στην παραλία, Ύψιλον
(1988)Musil, Robert, 1880-1942, Ο κότσυφας, Διάττων
(1987)Hesse, Hermann, 1877-1962, Το τελευταίο καλοκαίρι του Κλίνγκζορ. Παιδική ψυχή. Κλάιν και Βάγκνερ, Νεφέλη
(1986)Musil, Robert, 1880-1942, Δεσμοί, Νεφέλη
(1986)Klee, Paul, 1879-1940, Τα ημερολόγια 1898-1918, Νεφέλη
(1986)Kandinsky, Wassily, 1866-1944, Τέχνη και καλλιτέχνες, Νεφέλη
(1985)Klee, Paul, 1879-1940, Τα ημερολόγια 1898-1918, Νεφέλη
(1985)Musil, Robert, 1880-1942, Τρεις γυναίκες, Νεφέλη
 
Λοιποί τίτλοι
(2008)Κριμπάς, Παναγιώτης Γ., Φρασεολογισμοί στη ρωσική λογοτεχνική γλώσσα και η απόδοσή τους στη νέα ελληνική, Γρηγόρη [επιμέλεια]
(2007)Καρμπονάρος, Βικέντιος, Ο συνονόματος ,ή, Πέφτοντας στο κάθετο ρήγμα του λόγου, Τυπωθήτω [επιμέλεια]
(2006)Ανθολογία επτανησιακής ποίησης 1950-2006, Περί Τεχνών [ανθολόγηση]
(2002)Γρικώντας την άπλαστη αρμονία των ουρανών, Ύψιλον [επιμέλεια]
(1999)Εγγονόπουλος, Νίκος, 1907-1985, Οι άγγελοι στον παράδεισο μιλούν ελληνικά, Ύψιλον [επιμέλεια]

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Διονύσιος Σολωμός, Οκτώ Ιταλικά Ποιήματα (Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ: ΟΚΤΩ ΙΤΑΛΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
[ΤΟ ΓΑΡΓΑΡΟ ΝΕΡΟ ΚΗΛΑΪΔΙΣΤΑ ΦΛΙΦΛΙΖΕΙ]
Το γάργαρο νερό κηλαϊδιστά φλιφλίζει
και σας καλεί ναν το χαρείτε οι διψασμένοι.
Τί γάργαρο νερό… κελαρυστό, όπως βγαίνει
οχ τ’ ανθισμένο λειμωνάρι και δροσίζει
τες φρένες, την καρδία! Και σ’ όσους ευδορπίζει
το ξυλοκέρατο τα δείπνα, δεν τσου μένει
παρά στα νάματα να ερθούνε και την ξένη
βρωμιά να δγιούν πώς ύδωρ λάλον καθαρίζει!
Κοιτάχτε – ο δρόμος ανοιχτός! Εδώ ας γυρέψει
το πόδι σας πορεία… ’δώ πάνου ν’ ανεβείτε,
πριχού οχ τ’ άλογά του ο ήλιος ξεπεζέψει.
Φαρμακερόφιδο δεν μόλυνε το φρέαρ
ποτέ εισέ νιό χορτάρι μέσα. Ελάτε, δείτε
πώς γύρω γελάει ολόγυρα το αιώνιον έαρ!
[ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ ΜΙΛΟΥΝ]
     Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού,
     ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα

              Ψαλμοί 18, 2
Τα πάντα για τον Θεό μιλούν: των άστρων η
φανέρωση μιλάει· και της σελήνης·… μιλάει
τση ανεμοζάλης το μουγκρίδι, που απηχάει
βουητά νερών και θαλασσώνε. Πώς διαιωνί-
ζει του ήλιου ο τροχός το φως του κόσμου! Ονεί-
ρων λάμψες φέγγουσι χρωματιστές στα χάη
διηγώντας δ ό ξ α ν Θ ε ο ύ,  κι ανθρώπων δεν νογάει
το άλλως λάλο αχείλι τως πώς διακονεί
να ομολογήσει. Δρόμο ο γήλιος κάθε ημέρα
χαράζει και στον κάμπο κάμει όλον δήλο
το πρότυπο της αιώνιας του Ιδέας. Πέρα
η κτίσις πάσα αινεί τον Πλάστη· δάσα, κτήνη,
ο σάπφειρος των θόλων, του χορτιού το φύλλο…
Τ’ ανθρώπου μόνο ο νους αμίλητος θα μείνει;!
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΝ ΔΕ ΡΩΣΣΗΝ, ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΦΙΛΟΝ
Τα μεσημέρια, οπού του θέρους η άγρια λαύρα ψήνει
και γέρνουν τα λούλουδα οχ τον καψώνα χτυπημένα
κι οπού τα μυρωμένα του φτερά τ’ αγέρι κλείνει
κι αδρόσιστα τα χόρτα μνέσκουνε και μαραμένα,
και μόλις που τη σιγαλιά της φύσεως ξελύνει
του ρυακιού νερό ασημί που τρέχει ώσμε τα ’μένα
κελαρυστά, στο ξέθωρο χορτάρι, να καλλύνει
τσι πρασινάδες πώχουν μείνει, πές μου, Γιώργο: εμένα
το φίλο σου, μες στα χαριτωμένα τούτ’ απόσκια
θα τον αφήνεις, πές μου, νά ’ρχεται ολιγάκι… λίγο…
και να τρυγά το πράσινο και των μοσκιώ’ τα μόσκια;
Στα χόρτα τούτα ’δώ να κάθουμαι την άδεια δώ’ μου,
και δίπλα μου να κάθεσαι κι εσύ, σ’ αυτόν τον τρύγο,
τους ήχους να ρουφάς των εμπνευσμένων τραγουδιώ’ μου.
[ΑΟΙΔΟΙ ΣΥΝΑΜΙΛΛΩΝΤΑΙ ΜΕ ΑΟΙΔΟΥΣ ΚΛΕΙΩΝΤΑΣ ΤΟ ΜΑΤΙ]
      Δεύρο από Λιβάνου, νύμφη, δεύρο από Λιβάνου,
           Άσμα Ασμάτων 4, 8
Αοιδοί συναμιλλώνται με αοιδούς κλειώντας το μάτι
στο ψέμα (και άνθη γίνουνται της Άσκρας), πάνου
που εμέ φορμίγκων κρούσεις μού προσφέρουν κάτι
απ’ τους πανύψηλους τους κέδρους του Λιβάνου.
Ψαλμούς σαν του Δαυίδ θα πώ κι εγώ στα πλάτη
της γης, αλλά με τη λαλιά του ιταλιάνου·
στον πλάστη των αιθέρων ήδη φθάνουν –νά τοι! –
με τον καπνό πιωμένοι του γλυκού λιβάνου.
Γι’ αγγέλους πάντα θα μιλώ με στίχους… (Δίνεις,
όμως, σ’ ανθρώπους, που επαινούν της διαφθοράς τους
το μέλος, μέτρα τέλεια που θαν τα φάει η μήνις
τους;) Των ρημάτων μου, όσο αχνή κι αν βγαίνει η ρίμα,
βοηθός θε νά ’ν’ ο κτίσαντας ηχούς απλάστους,
για να μη χάνουμαι στην αρετή ή στο κρίμα.
Η ΝΗΣΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ
       Σαν από γέλιο εκεί να χορεύει η Φύση
Η Φύση χαμογέλασε και η Ζάκυνθος με χάρη
οχ των κυμάτων ήβγε την κοιλία. Μυρτιές και κλώνοι
κι αιθέρια πνεύματα απ’ τον κεστόν –από τη ζώνη
της Αφροδίτης ήτοι– τη στεφάνωσαν να πάρει
το κάλλος που τη ζώνει ολόγυρα. Χρυσό λογάρι
οι γελαστές συνθέτουν πέτρες, κάθε τση κοτρώνι
μειδιά· δεν έχει μαύρες ράχες πουθενά, κι οι κώνοι
των λόφων της ντυμένοι στέκουν με γλυκό χορτάρι.
Λαγκάδια έχει γερτά, βουνά με αγέρωχο κεφάλι·
στσί ροδαριές, στσ’ αμάραντους νερά καλά κυλάνε
και μουρμουρίζουν το σκοπό τση γης που τά ’χει οβγάλει.
Ψηλός αμή προβέλνει ο Έλατος, να καζαντήσει
χίλια το μάτι βλέμματα, τον κάμπο να κοιτάνε
και να θωρούν αχόρταστα τί μάγια σπέρνει η Φύση.
[ΠΟΡΦΥΡΑ ΠΕΠΛΟΥ ΜΙΑΣ ΠΑΡΘΕΝΑΣ, ΠΟΥ ΤΟΝ ΣΤΙΖΕΙ]
     Ως σπαρτίον το κόκκινον χείλη σου και η λαιά
     σου ωραία, ως λέπυρον ροιάς μήλον σου.

              Άσμα Ασμάτων 4, 3
Πορφύρα πέπλου μιας παρθένας, που τον στίζει
πανάπαλο το φεγγαρόφωτο, είναι δώμα
του κάλλους του αβρού, των πόθων μετερίζι,
που από τα φλογερά σου χείλη επήρε χρώμα.
Μέσ’ απ’ το μέλος των λογιών θερμή αναβλύζει
πνοή, και οι ψυχές με της χαράς το πιόμα
μεθάν και σπαρταρούνε, ενώ άχραντους θερίζει
καρπούς και δρέπει άνθια το ερωτεμένον όμμα
των θόλων. Σαν το φλούδι του ροδιού έχεις χείλη
(τόσο άλικα!) που νιώθει μέσα του να πάλλει
η καρπερή του ήλιου δύναμη, όλη η ύλη
της ζωής. Με πίστη ακράδαντη όποιος το κοιτάζει
θε νά ’βγει σώος στο λαμπυρό τ’ ακρογιάλι,
όπου πάντα είναι πρωί και ουδέποτε βραδυάζει.
ΕΙΣ ΜΟΝΑΧΗΝ
Του παραδείσου ένοικος χαριτωμένος
αθώρητα κατέβη επί γης και σε εκείνη·
της κούρεψε το πλήθος των μαλλιών, να γίνει
των εγκοσμίων χλεύη, των απλάστων αίνος.
Από ’να ουράνιο γέλιο όλως φωτισμένος
απάντεχα ομπροστά της φτάνει και τση δίνει
το φως να λούσει την ειδή της, τη γαλήνη
για νά ’ν’καθάρια και η ψυχή της. Τόμου ασμένως
εκείνη ελάλειε: «Βρώμικο το χθόνιο χώμα
λασπώνει τη θωριά μου, ενώ η καρδία μου κλαίει
λυγμούς που μου λερώνουνε ψυχή τε και όμμα.»
«Παρθένε, φόβος Θεού σε πλάθει εσέ», τση λέει
ο καταβάς· ’σου παραστέκω εγώ – μην τρομα-
χτείς! Τέτοιος φόβος πρέπει πάντα να σ’ εμπνέει!»
Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Τον αιώνιον ήλιον είδα, και προσηλωμένα
απάνω του είχανε τα μάτια τους χορείες
αγγέλων που έγραφαν φωτόβρυτες πορείες
στους ουρανούς ν’ απαλοφιληθούνε. Κι ένα
χαμόγελο έσκαγε οχ το φως στ’ αγαπημένα
τους χείλη κι όλες τους αβγάταινε τες θείες
εφέσεις, κι ένθερμοι έψελναν μες στες δροσίες
του παραδείσιου κήπου την αγάπη. Φρένα
δεν ήξερε ο χορός κι ο ζήλος πλέα των Χερουβείμ
που μοιάζαν μ’ εραστών λευκές ψυχές, και με άσματα
ανάκουστα αποκρίθηκε ο εσμός των Σεραφείμ.
Με ολάνοιχτα του λογισμού τα μάτια εγώ, έξω
εθώρουν ’κεί τ’ αγγελικά γλυκαγκαλιάσματα
ποθώντας ρίμες εναρμόνιες να συλλέξω.