Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Τέσσερα Διηγήματα της Κατερίνας Σημηντήρα


φωτο Κατερίνα Μπούζα


Ένα ταξίδι στη Φλώρινα

Ο κυρ Θωμάς ένας λεβέντης, ψηλός, σωματώδης άντρας, παρά τα 62 του χρόνια είχε ακόμα την δύναμη ενός ταύρου. Όμως εκείνο το καλοκαίρι του 1949 δεν αισθάνονταν καθόλου καλά, είχε ζαλάδες ,πονοκεφάλους, κουράζονταν και λαχάνιαζε εύκολα, είχε τάσεις για εμετό, όλο παραπονιόταν. Του έβραζαν τσάγια διάφορα, από όλων των ειδών τα βότανα αναμειγμένα με καθαρτικό, τον ξεμάτιαζαν, μα το λάδι δεν σκόρπιζε μέσα στο νερό, σημάδι πως το κακό το μάτι δεν ξορκιζόταν. Ήρθε ο παπάς τρεις φορές και διάβασε τρία ευχέλαια στη σειρά, ήρθε κι από το Άγιο όρος ένας καλόγερος στο βάλτο, καβάλα σε ένα γάιδαρο και έφερε ένα κομματάκι Τίμιο ξύλο και λάδι από την Ιερά μονή Παμμέγιστων Ταξιαρχών. Τον σταύρωναν στο μέτωπο κάθε πρωί μέσα σε χώρο λιβανισμένο ,μα τίποτα δεν ήταν ικανό να σταματήσει τον πόνο στα μηνίγγια, τις εξάψεις και τον κρύο ιδρώτα που τον έλουζε. Ώσπου μια μέρα, μια γυναίκα, μουσαφίρισσα από ένα άλλο χωριό, είπε πως ο άνδρας της είχε το ίδιο πρόβλημα και πως παρά τον πόλεμο, πήγε στην Φλώρινα γιατί το κλίμα εκεί ήταν το καλύτερο για πονοκεφάλους και γιατρεύτηκε. Έτσι αποφάσισε να πάει κι αυτός. Ξεκινώντας χαράματα, έφτασε νωρίς στο Βαρδάρη και με τα στρατιωτικά αυτοκίνητα του Εθνικού στρατού έφυγε για την Φλώρινα. Το ταξίδι ήταν πολύ δύσκολο, μες τον φόβο και την ταλαιπωρία .Ο περισσότερος δρόμος ήταν ανατιναγμένος από νάρκες. Έφτασαν μεσημέρι κι ήταν θεονήστικος τρεις μέρες, πεινούσε σαν λύκος . Μπήκε σε ένα μαγειρείο και έφαγε καλά, μα βγαίνοντας στο δρόμο με την βαλίτσα στο χέρι, του ήρθε μια ζάλη και μια κομμάρα. Μια αγωνία και ένα σφίξιμο στην καρδιά. Είδε ένα παγκάκι και κάθισε εκεί ολομόναχος και πέθανε.



 
φωτο Κατερίνα Μπούζα

Το μυγάκι


Ήταν μια μέρα συννεφιασμένη του Οκτώβρη και οι άντρες έσπερναν σιτάρι στα χωράφια . Η μάνα καθισμένη σε μια πέτρα απόμερα στην αυλή καθάριζε κρεμμύδια, μα ένα μυγάκι μπήκε στο μάτι της κι όσο το σκούπιζε τόσο δάκρυζε. Μια το μυγάκι μια τα κρεμμύδια αναγκάστηκε να σηκωθεί. Μπήκε στο σπίτι να δουν τα κορίτσια αν ήταν έντομο να το φυσήξουν. Ο Σωτήρης πάντα αδιάθετος πάλι δεν είχε πάει στο χωράφι ,ξάπλωνε στο μέσα δωμάτιο .Μόλις η Σοφία την είδε στην πόρτα τρόμαξε ,έχασε το χρώμα της και την τράβηξε με δύναμη προς έξω. Μα αυτή πρόλαβε να ακούσει τα βογγητά από την μέσα κάμαρα και φοβήθηκε, παραμέρισε με μια σπρωξιά την Σοφία , άνοιξε διάπλατα την πόρτα και είδε ολόγυμνο το στερνοπαίδι της καβάλα στο Σωτήρη. Δεν πρόλαβε να βγάλει κιχ , ο Σωτήρης πετάχτηκε σαν ελατήριο , της έπιασε σφιχτά το μπράτσο και την κόλλησε στον τοίχο. «Μιλιά δεν θα βγάλεις όσο ζεις » της είπε. «Μιλιά μάνα αλλιώς πρέπει να πάμε να πέσουμε στο ποτάμι όλοι μας» την ικέτευσε η Σοφία. Η μικρή στεκόταν ολόγυμνη, κοίταζε αμήχανη μια τον ένα μια τον άλλο σαν να μην καταλάβαινε. Κι η μάνα κατέβασε την μαντήλα της ως την μύτη και δεν την ξανασήκωσε ως τον θάνατο.


 
φωτο Κατερίνα Μπούζα


Ποικιλίες αγκαθιών


Ο  Γιώργος Οικονόμου ήταν γυρολόγος  στα νιάτα του. Τριγυρνούσε στις γειτονιές των χωριών και πουλούσε στις γυναίκες από έρωτα μέχρι μπάντες ψευτοβελούδινες με μυστικούς δείπνους, που έρχονταν έλεγε με καράβια από τα Ιεροσόλυμα και ήταν αγιασμένες και ορκίζονταν στα κόκαλα του παππού του και για τα δύο.  Έντυναν με αυτές οι γυναίκες τους τοίχους, τους στόλιζαν και μετά γονάτιζαν και προσεύχονταν μυστικά στο Χριστό να τους συγχωρεθεί το αμάρτημα της μοιχείας. Έτσι ξελόγιασε και την Φανή που την έβαλε στο μάτι γιατί ήταν όμορφη, από οικογένεια με όνομα  στο χωριό. Τον παντρεύτηκε παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της, που ρώτησαν για αυτόν στα μέρη του και έμαθαν πως ήταν ένας φτωχοδιάβολος και πως από δέκα χρονών ήταν παραπαίδι σε έναν Εβραίο έμπορο υφασμάτων ονόματι Σαούλ στο Μπεζεστένι. Σπούδασε από μικρός την πονηριά των Εβραίων, ψυχολογούσε τους ανθρώπους, ανέτρεπε τους πρώτους ενδοιασμούς των γυναικών , χρησιμοποιώντας  την γοητεία του, λέξεις και πλάνες. Δεν χρειαζόταν πολλά ο Γιώργος, ένα μαγαζάκι ήθελε και μια πρώτη σιρμαγιά που αυτά τα είχε η Φανή  με το παραπάνω. Σπίτι διώροφο της δώσανε προίκα .Πάνω το σαλόνι και τα υπνοδωμάτια και κάτω η κουζίνα, ένας οντάς και το μαγαζί γωνιακό με μια μεγάλη τζαμαρία επάνω στον κεντρικό δρόμο του χωριού που ήταν ασφαλτοστρωμένος ,λείος , ανεμπόδιστος οδηγούσε στην μεγάλη πολιτεία. Γιατί οι υπόλοιποι  δρόμοι  ήταν στενοί και δαιδαλώδεις. Χωμάτινοι, όλο στροφές κι αδιέξοδα. Με βαθιά χαντάκια δεξιά και αριστερά, για να στραγγίζουν τα νερά της βροχής , όπου μέσα τους φύτρωναν κάθε άνοιξη πάντα οι ίδιες ποικιλίες αγκαθιών, πράσινες και αθώες στην αρχή, πολλαπλασιάζονταν ανεξέλεγκτα το καλοκαίρι ,φούντωναν και μεγάλωναν άναρχα κι όσο η ζέστη γινόταν αφόρητη και το χώμα σκόνη τριφτή, σκλήρυναν σαν μεταλλικές καρφίτσες , κουρελιάζοντας σε κάθε φύσημα του αγέρα τα θεόρατα πλατύφυλλα λάπατα. Αλλά αυτός το κακό το χούι δεν το έκοψε, δεν άφηνε ευκαιρίες να του ξεφύγουν, ελεύθερες, χήρες  παντρεμένες, δεν λογάριαζε. Ήταν και το επάγγελμα τέτοιο, είχε να κάνει όλο με θηλυκά. Ξεδίπλωνε το τόπι και έριχνε το ύφασμα με μια μαεστρία  πάνω στον ώμο τους  μπροστά στον ολόσωμο καθρέπτη και ενώ τις κολάκευε, κολλούσε επάνω τους να τον νοιώσουν στητό και ντούρο  κι όταν αυτές δεν τραβιόταν, προχωρούσε σιγά ,σιγά ,πρώτα ένα χάδι στο λαιμό που κατέβαινε στο ντεκολτέ και στο στήθος. Η Φανή υπέφερε. Μετά την γέννηση των δύο κοριτσιών πριν προλάβουν αυτά να ξεπεράσουν την νηπιακή ηλικία αρρώστησε βαριά. Ένα είδος παραλυσίας. Έμεινε κατάκοιτη σε ένα ντιβάνι στο ισόγειο του σπιτιού για λίγα χρόνια ,ώσπου πέθανε, βλέποντας όλο αυτό το διάστημα της αρρώστιας της  να περνά  αγκαλιά με τις ερωμένες του από μπροστά της  και να τις ανεβάζει στο πάνω πάτωμα στο μεγάλο  κρεβάτι.


 
φωτο Κατερίνα Μπούζα



Σινεμά βιολέτα



Αυτή μόλις τελείωσε το λύκειο παντρεύτηκε. Ε, όλοι τότε οι γνωστοί μακάριζαν την τύχη της, γιατί ήταν και ωραίος άντρας και πλούσιος. Τι λούσα, τι ταξίδια, τι μεγαλεία, μέχρι και τουρμπάνι φορούσε. Η μάνα της έπαιρνε φίλες και γνωστές, κάθε Κυριακή μετά το εκκλησίασμα των Αγίων Πάντων και τις πήγαινε για καφέ στην μεζονέτα της κόρης της να παινευτεί. Την έπαιρνε από το Σάββατο τηλέφωνο «Αύριο μετά την εκκλησία να μας περιμένεις, θα έρθω με την Σούλα, την Μαρίκα και την Κατίνα. Να στρώσεις το τραπεζομάντιλο το κονκγολέζικο». Τώρα το τραπεζομάντιλο, αν και ήταν πολύ όμορφο πλεκτό σαν κοπανέλι ένα πράμα, με πάρα πολύ δουλειά, δεν είχε όμως καμιά σχέση με το Κονγκό. Πώς της είχε κολλήσει αυτηνής ανεξήγητο. Τόση πολύ δουλειά σιγά να μην έκαναν οι Κονγκολέζοι, αυτοί ούτε ρούχα φορούσαν στα ντοκιμαντέρ με κοπανέλια θα ασχολούνταν; Αυτό σίγουρα κινέζικο ήταν, μόνο οι Κινέζοι θα μπορούσαν να δουλέψουν έτσι σκληρά και με μισθούς πείνας για να μπορεί να αγοράσει και η κυρά Αφροδίτη δώρο στην κόρη της ένα τέτοιο κομμάτι. Τις έφερνε λοιπόν στο σπίτι και τις τριγύριζε στα δωμάτια «Κοιτάξτε τι ωραίες κουρτίνες, τι ωραία χαλιά». Άνοιγε μέχρι και τα ντουλάπια της κουζίνας να δουν μέσα. Πήγαιναν και αυτές από πίσω της ώσπου μια Κυριακή ανοίγοντας την πόρτα να τους δείξει το μπάνιο, πέσαν πάνω στο γαμπρό της την στιγμή που κατουρούσε ο άνθρωπος. Ύστερα μάθαμε πως την χώρισε. Πάντως δεν τις ξανάδαμε στη γειτονιά, λες και χάθηκαν από προσώπου γης.



 Κατερίνα Σημηντήρα






Η Κατερίνα Σημηντήρα γεννήθηκε στα Κύμινα Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές.
Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2015)Δυτικά της Σαπφούς, Μανδραγόρας
(2013)Εξαίσιες ωδές μιας μυστικής πορείας, Όστρια Βιβλίο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου