Σάββατο 24 Μαΐου 2014

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)

Στις 23 Μαρτίου 1915 κάνει διάλεξη στην αίθουσα του Συλλόγου Εμποροϋπαλλήλων με θέμα την ποίηση του Ντ' Ερεντιά. Το Νοέμβριο κατατάσσεται στη φοιτητική φάλαγγα, αλλά αποχωρεί, γιατί ήθελε να πάει να πολεμήσει «κι όχι να μείνει κλεισμένος στο στρατώνα». Στις 11 Δεκεμβρίου παίρνει το πτυχίο του από τη Νομική Σχολή. Όλα αυτά τα χρόνια ασχολείται συστηματικά με την ποίηση. Μετά τη Νομική, εγγράφεται στη Φιλοσοφική, για να πάρει αναστολή από το Στρατό. Τον Ιανουάριο του 1919 ανοίγει δικηγορικό γραφείο στην οδό Φαβιέρου 54 έχοντας πάρει την άδεια του δικηγόρου, όμως καταργείται η ευεργετική διάταξη για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής κι έτσι βρίσκεται αναγκαστικά ντυμένος στο χακί. Αυτό εντούτοις δεν ανακόπτει τις φιλολογικές του επιδόσεις. Το Σεπτέμβριο εκδίδει το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα» με το ψευδώνυμο Νίκος Τσαπατσούλιας! Η ζωή του, ωστόσο, δεν τον ικανοποιεί. Γράφει στον παλιό φίλο και συμφοιτητή του Χαρ. Σακελλαριάδη: «Εγώ δυστυχώς δεν έχω κέφι τώρα να σου γράψω τίποτα. Η ζωή μου, άλλωστε, είναι περισσότερο μονότονη κι ελεεινή από όσο επίστευσα κι από όσο φαντάζεσαι. Κλαίγε με, Χαρίλαε, κλαίγε με παιδί μου». Το Μάιο του 1920 αποσπά το δεύτερο βραβείο στον Φιλαδέλφειο Ποιητικό Διαγωνισμό με τη συλλογή ποιημάτων «Τραγούδια της Πατρίδας», είναι κλεισμένος όμως στο ΣΤ' Στρατιωτικό Νοσοκομείο και το βραβείο παραλαμβάνει ο Σακελλαριάδης. Τον Ιούλιο παίρνει δίμηνη αναρρωτική άδεια και πηγαίνει στο Ρέθυμνο, όπου ο πατέρας του υπηρετεί ως νομομηχανικός. Κατορθώνει και τον παίρνουν στον 8ο λόχγο του Φρουραρχείου Ρεθύμνου, από όπου αναμένει την απόλυση του. Το Σεπτέμβριο πετυχαίνει επιτέλους την απόλυση του και τοποθετείται στη Νομαρχία Σύρας και κατόπιν στην Άρτα ως νομαρχεύων. Το καλοκαίρι του 1921 μετατίθεται στη Νομαρχία Αττικής, όπου έχει προϊστάμενο τον ποιητή Νικόλαο Πετιμεζά-Λαύρα και συνυπηρετεί με άλλους δύο πνευματικούς ανθρώπους, τον Π. Ταγκόπουλο και τον Κ. Κουράκο.
Ο Καρυωτάκης νεκρός.
Το Σεπτέμβριο θα κυκλοφορήσει η ποιητική του συλλογή «Νηπενθή», η πρώτη με τον τίτλο «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων» είχε κυκλοφορήσει η πρώτη, που όπως είναι γνωστό είχε απαιτήσει με εξώδικη πρόσκληση την αναγγελία της στο «Νουμά». Στη Νομαρχία Αττικής υπηρετεί και μία ποιήτρια, η Μαρία Πολυδούρη (1902-1930). Στις 3 Μαΐου 1922 έχει σημειώσει στο δικό της Ημερολόγιο: «Δέχτηκα κείνη τη βραδιά τη μυστική εξομολόγηση του με τόση αδιαφορία φαινομενική, θυμάμαι, που του συνέστησα γαλήνη! Τώρα υποφέρω τρομερά... με νιώθει άραγε;». Την επομένη: «Γύρισα απ' τον περίπατο μόλις τώρα... τελείωσαν πια όλα και οι δειλίες και οι φοβεροί πόνοι. Μ' αγαπάει, τον αγαπώ... Τι νυχτιά κοντά στο κύμα που έσπαε απαλά μπρος στα πόδια μας...». Ανάμεσα όμως στους δύο ποιητές ορθώνεται η σκιά της πρώτης αγάπης του Καρυωτάκη. Κυριακή βράδυ στις 15 Μαΐου γράφει στο Ημερολόγιο της: «Λιγότερο πονώ από χθες βράδυ που τον άκουσα να μιλεί ειρωνικά για τις υποψίες μου πως αγαπάει ακόμα την πρώτη είπε μάλιστα μια φράση τόσο ταπεινωτική για κείνη που μ' έκανε να ανατριχιάσω. Σκέφτηκα: πρέπει ασφαλώς να μη την αγαπά πια για να μιλεί έτσι για κείνη άλλως θα είναι ένας πολύ κακός. Αλλά χίλιες άλλες σκέψεις με κυκλώνουν. Οι πονεμένοι στίχοι του μαρτυρούν τον μεγάλο πόνο που έχυσε στην ψυχή του Εκείνη. Το ότι την αγάπησε πολύ είναι αναμφισβήτητο. Το ότι την αγαπάει ακόμα χωρίς να το θέλει πολύ πιθανόν. Μου είχε ειπεί ότι προ 3 χρόνων είχε διακόψει σχέσεις μαζί της κι όμως ήρθε προ ολίγων ημερών στο γραφείο του, την είδα να κάθεται σιμά του...». Με τις αμφιβολίες αυτές συνεχίζεται ο δεσμός τους. Από την Καλαμάτα, όπου βρίσκεται στα τέλη Μαΐου η Πολυδούρη στέλνει στον ποιητό φλογερά γράμματα, που δεν μένουν χωρίς ανταπόκριση. Την 1η Ιουνίου της γράφει: «Πονώ επειδή σ' αγαπώ περισσότερο από όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ποτέ ν' αγαπήσω. Τι έχω κάμει λοιπόν για να μη με πιστεύεις ακόμη;». Η Πολυδούρη στις 8 Ιουνίου από την Καλαμάτα: «Σ' αγαπώ με μια αγάπη ακατανόητη που με κάνει τόσο τολμηρή όσο και δειλή, που μου δίνει τόση χαρά όσο και πόνο». Η ποιήτρια θα του προτείνει να παντρευτούν παρακάμπτοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, ο δεσμός τους περνάει δοκιμασία. Εκείνη αρραβωνιάζεται, αλλά δεν τον ξεχνά. Την άνοιξη του 1924 ο Καρυωτάκης ταξιδεύει στη Γερμανία και την Ιταλία. Σκέφτεται να παραιτηθεί από τη νομαρχία και να πάρει διάφορες αντιπροσωπείες. Τον Οκτώβριο του 1926 θα πάει στη Ρουμανία μέσω Κωνσταντινουπόλεως (Βραΐλα, Γαλάτσι, Σινάια, Βουκουρέστι, Τρανσυλβανία), όμως θα του κλέψουν το πορτοφόλι με 1.000 δραχμές και τα εισιτήρια της επιστροφής και θα επιστρέψει περιπετειωδώς με ένα πετρελαιοφόρο, όπου τον έβαλε ο Ελληνας πρόξενος στην Κωνστάντζα. Γυρνώντας αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο μετάθεσης. «Αν μου σκαρώσουν τίποτε τέτοιο —γράφει στον Σακελλαριάδη— εννοείται, θα παραιτηθώ. Τα τυχοδιωκτικά σχέδια συσσωρεύονται στο μυαλό μου. Σκέφτομαι να... πάρω δίπλωμα σωφέρ και να απέλθω εις Παρισίους». Το ταξίδι στο Παρίσι τον απασχολεί σοβαρά. Η ζωή δεν τον ικανοποιεί εδώ. Η ποίηση του είναι γεμάτη απαισιοδοξία. Το Δεκέμβριο του 1927, ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες και με προσωπική συμμετοχή του ίδιου στη δαπάνη της έκδοσης, κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Αρ. Ι. Ράλλη, η ποιητική συλλογή του «Ελεγεία και Σάτιρες». Αρχίζει ένα ανελέητο κυνηγητό από την Υπηρεσία του, τον μεταθέτουν στην Πάτρα, τον καλούν σε απολογία με τη δικαιολογία ότι δεν πήγε εμπρόθεσμα στη θέση του, αλλά δεν του το γνωστοποιούν, παρά το δημοσιεύουν στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως», σαν να ήταν κανείς «ληστοφυγόδικος» και δεν ήξεραν τη διεύθυνση του, όπως ο ίδιος παραπονείτο σε γράμμα προς τους γονείς του, του επιβάλλουν πρόστιμο και του συμπεριφέρονται «αναίσχυντα». Κάνει ένα ταξίδι αναψυχής στο Παρίσι. Με την επιστροφή του συνδέεται με μια διόλου σοβαρή γυναίκα, με την οποία σκέφτεται να συζήσει... Ακολουθεί η μετάθεση του στην Πρέβεζα. Σε γράμμα του σταλμένο στις 20 Ιουνίου 1928 προς τον πατέρα του, γράφει: «Ανέλαβα χθες υπηρεσία, δηλαδή ανέλαβα καθησιό με το μεροκάματο. Ως τώρα δεν μου 'φεραν κανένα έγγραφο να ενεργήσω. Ελπίζω, μέχρι τέλους να αποσοβηθεί αυτό το κακό. Ο Νομάρχης λείπει. Νομαρχεύει ένας εισηγητής. Οι υπάλληλοι όλοι αξιοθρήνητοι τύποι. Καταρρακωμένοι... Σκέφτομαι να εγκατασταθώ μονίμως σε ένα καφενείο. Πρόκειται να γίνω δέντρο...». Τον πλήττει όχι μόνο ο υπηρεσιακός περίγυρος, δεν του αρέσει η Πρέβεζα, τη χαρακτηρίζει «ένα άσχημο χωριό», τα σπίτια της «τουρκόσπιτα του χειρίστου είδους». Αμορφωσιά και φτώχεια.
Καλοκαίρι του 1927 στη Συκιά. Ο Καρυωτάκης με την αδελφή του, τον ανιψιό του και μια φίλη τους.
Οι υπάλληλοι «φουκαράδες», ζέστη, υγρασία και πυρετοί,σημειώνει στα γράμματα του. «Η Πρέβεζα επαναλαμβάνω ότι δεν είναι χειρότερη από ό,τι την υπέθετα, αλλά κι έτσι όπως είναι, είναι τόσο αηδής ώστε δεν θα μπορούσε και να είναι χειρότερη». Οι γενικές συνθήκες δεν είναι καλύτερες. Οι εθνικές συμφορές έχουν δημιουργήσει ένα σκηνικό θλίψης και απογοήτευσης. Στο ποίημα του «Πρέβεζα» ο Καρυωτάκης δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για τους λόγους, που τον οδήγησαν στο θάνατο:
ΠΡΕΒΕΖΑ
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται / στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια, / θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται / καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι / με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους, / ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη / ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.
Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει, / για να ζυγίσει, μια “ελλιπή” μερίδα, / θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι / κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.
Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης. / Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα. / Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης, / πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.
Περπατώντας αργά στην προκυμαία, / “υπάρχω;” λες, κι ύστερα: “δεν υπάρχεις!” / Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία. / Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μες στους ανθρώπους / αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία… / Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, / θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Η ποίηση του Κ. Γ. Καρυωτάκη δεν είναι εύπεπτοι ρομαντικοί στίχοι. Είναι αγωνία και πόνος. Είναι πάνω απ' όλα ανθρώπινο δάκρυ. Θα έχει γι' αυτό πάντα την εκτίμηση και την αγάπη κάθε αισθαντικού αναγνώστη. Γιατί θα τον συντροφεύει στις πικρές ώρες και θα του θυμίζει την αυταπάτη και χίμαιρα της ζωής. Κι αυτό δεν είναι λίγο για μια ποίηση. Τα ποιήματα και πεζά του Κ. Γ. Καρυωτάκη με επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη εκδόθηκαν το 1972 από τις εκδόσεις «Ερμής» στη σειρά «Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη». Με φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη, επίσης, κυκλοφόρησαν σε δύο τόμους το 1965-1966 «Απαντα τα ευρισκόμενα» του Καρυωτάκη. Στο δεύτερο τόμο περιλαμβάνεται «Σχεδίασμα χρονογραφίας Κ. Γ. Καρυωτάκη (1896-1928)» των Γ.Π. Σαββίδη-Ν.Μ. Χατζηδάκη, στα έγκυρα στοιχεία του οποίου και στην έκδοση των «Απάντων» Μαρίας Πολυδούρη, που επιμελήθηκε ο Τάκης Μενδράκος, εκδ. «Αστέρι», 1982, βασίζονται τα βιογραφικά του άρθρου αυτού. Ο γραμματολόγος Γ. Βαλέτας έχει γράψει για την ποίηση του Καρυωτάκη: «Η ποίηση του τείνει προς την επιγραμματική συντομία, ο στίχος του αντηχεί αδρός, χυτός, καθαρός, αρρενωπός, με δυνατές εικόνες και σχήματα». Κι ο Mario Vitti: «Η δυσαρμονία που διέπει τον κόσμο, φύση και κοινωνία, καταντούσε όλο και πιο αβάστακτη. Δεν είναι ικανός να προσαρμοστεί στον ρυθμό της ζωής, στις κοινωνικές συμβάσεις που υπαγορεύει η υποκρισία».
Ι.Μ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗΣ
Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου