Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Mario Andrea Rigoni "Πλατωνικοί στοχασμοί" [1]


William Blake, The Spirit of Plato Unfolds His Worlds to Milton in Contemplation 

Στη σκέψη του Πλάτωνα εμφανίζεται –συγκρατημένη και αποδοκιμασμένη, όμως γι’ αυτό όχι λιγότερο σαφής και ισχυρή– η εικόνα όσων το πεπρωμένο της Δύσης, πάνω από δύο χιλιετίες μετά, θα αποκάλυπτε ως την ίδια την ουσία της νεωτερικότητας.
    Στις απαρχές της ιστορίας, ο Πλάτων είχε ήδη συμπεράνει το έσχατο πεπρωμένο όταν διατύπωνε, στην έβδομη και ένατη υπόθεση του Παρμενίδη, τον συλλογισμό σύμφωνα με τον οποίο «αν το Εν δεν υπάρχει, τότε τίποτα δεν υπάρχει». Μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλος ο τεράστιος θεωρητικός του αγώνας υπακούει ακριβώς στο καθήκον να εξουσιάσει την τρομακτική άβυσσο τού «τότε τίποτα δεν υπάρχει», και ότι ο κόσμος του Ενός και των Ιδεών που προέκυψε αποτελεί το υπέρτατο και μοναδικό εφικτό καταφύγιο το οποίο ανεγέρθηκε από έναν νου που είχε διερευνήσει, όπως κανείς άλλος στην αρχαιότητα, τον «άπειρο ωκεανό της ανομοιότητας» μες στον οποίο ο κόσμος κινδύνευε να βυθιστεί παντοτινά.
    Αυτός ο ωκεανός, όπου εμφανίζονταν τα φαντάσματα των εικόνων χωρίς τα πράγματα, των αντιγράφων χωρίς τα πρωτότυπα, των ομοιωμάτων χωρίς αλήθεια, έγινε ο κόσμος όπου ζούμε.
*
«Αφού αφανίστηκαν οι πλατωνικές μορφές που προϋπήρχαν των πραγμάτων, αφανίστηκε ο Θεός» (Leopardi, Zibaldone di pensieri).
*
Οι μεγάλοι στοχαστές είναι όλοι σύγχρονοι μεταξύ τους, και ανακαλεί ο ένας τον άλλον λόγω μιας φανταστικής φιλίας ή έχθρας, πέρα από τους αιώνες και τις χιλιετίες. Θα λέγαμε πως ο Πλάτων δεν έπαψε να σκέφτεται τον Nietzsche και πως εναντίον αυτού συνέλαβε τη θεωρία των Ιδεών.
*
Ο πλατωνισμός – ίσως η ωραιότερη ψευδαίσθηση του αρχαίου κόσμου, μάλλον η ωραιότερη ψευδαίσθηση που πόθησε ποτέ ο κόσμος.
*
Ο Αριστοτέλης φαντάζει πολύ πιο μακρινός από τον Πλάτωνα, τον δάσκαλό του, απ’ ό,τι η χρονολογία επιτρέπει να υποθέσουμε. Αν ο ένας, με τη λακωνική τεχνική επιχειρηματολογία του, αποκρύπτει όλα όσα είναι αίνιγμα κάτω από το παραπέτασμα του «οικείου» και του «γνωστού», ο άλλος, που ανήκει ιδεατά στις μεγάλες απαρχές, μας αφήνει να δούμε το άγριο χτύπημα της τάξης με τη δύναμη, τη φοβερή σύγκρουση της αλήθειας με τη γλώσσα και όλα τα ξόρκια που κάνει ο λόγος ενάντια στην αρχέγονη αδυσώπητη δαιμονία. Διαφορετικά απ’ ό,τι συμβαίνει στον Αριστοτέλη, στον Πλάτωνα η σκέψη παραμένει ακόμη ένας ίλιγγος που πρέπει να δαμαστεί.
*
Η ιδιαιτερότητα του Πλάτωνα είναι ότι βλέπει τη διττή όψη των πραγμάτων: ένας Ιανός που κοιτάζει προς αντίθετες κατευθύνσεις. 
*
Η τέχνη είχε για τον Πλάτωνα τη δαιμονιακή ιδιότητα του καθρέφτη: απροσδιόριστη και ουδέτερη εικονικότητα, χωρίς ταυτότητα εφόσον δεν είναι τίποτα και, ακριβώς γι’ αυτό, μπορεί να αναπαράγει τα πάντα, αντανακλά έναν κόσμο παρόμοιο με τον κόσμο από κάθε άποψη, εκτός από το ον. Τέτοιας φύσης ήταν και η δραστηριότητα του Σοφιστή: ο «πανούργος γητευτής», εκείνος που κρύβεται στο «σκότος τού μη όντος». Συνεπώς, δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο στην πλατωνική καταδίκη της τέχνης: προβάλλοντας τα πράγματα στη φαντασμαγορία των εικόνων, η τέχνη εισάγει σε όλα όσα υπάρχουν την υποψία της μη πραγματικότητας, δείχνει τον κόσμο χωρίς θεμέλιο.    
*
«Αγαπητέ Φαίδρε, αυτό το τρομερό που υπάρχει στη γραφή είναι επίσης το γεγονός πως στ’ αλήθεια μοιάζει πολύ με τη ζωγραφική. Και πράγματι, τα όντα που παράγει η ζωγραφική εγείρονται σαν να ήταν ζωντανά: αν όμως τους απευθύνεις κάποια ερώτηση, αντιτάσσουν μια επιβλητική και απόλυτη σιωπή» (Φαίδρος).  
    Η ιδιότητα του αισθητικού συνίσταται στην επίδειξη μιας απολιθωμένης ύπαρξης, ενός νεκρικού κόσμου˙ η παραισθητική αίσθηση ανοίκειου που νιώθουν τα όντα που κοιτάζουν και μιμούνται τη ζωή πέρα από τη ζωή. Σήμερα η τέχνη έχει χάσει στα μάτια μας τη συνταρακτική δύναμή της, ωστόσο ορισμένες σύγχρονες εκφράσεις πετυχαίνουν ακόμη ανάλογα αποτελέσματα. Κάποιες δημιουργίες του αμερικανικού υπερρεαλισμού, εκείνα τα γύψινα αγάλματα που κάθονται σε παγκάκι ή προβάλλουν από μια πόρτα, οι τελείως αληθοφανείς –από το δέρμα έως τα ρούχα– κούκλες, στις οποίες ο αφηρημένος επισκέπτης θα μπορούσε μέχρι και να απευθύνει τον λόγο˙ αυτές οι σκηνές ταριχευμένης ζωής, σε μια υπνωτική ακινησία, μεταδίδουν ένα σοκ που ανήκει στην πρωταρχική εμπειρία της τέχνης, ένα σοκ ακριβώς πλατωνικό.
*
Το πένθιμο αίνιγμα της εικόνας σε μια δήλωση του Nicolas de Staël, σχετικά με τα πορτρέτα της συζύγου του: «Επί χρόνια έφτιαχνα πορτρέτα της Jeannine… Κοιτώντας τα, αναρωτιόμουν: Τι ζωγράφισα; Έναν νεκρό που ζει ή έναν ζωντανό που πέθανε; Έτσι, σιγά-σιγά, ένιωσα αμηχανία να ζωγραφίσω ένα πρόσωπο που θα της μοιάζει».
*
Αν ο Πλάτων μπορούσε να γνωρίσει τον κινηματογράφο, θα πέθαινε από τρόμο.
*
«Αγαπητέ φίλε, θα πράξουμε όπως οι εραστές που, πεπεισμένοι για την καταστροφή που προκαλεί το πάθος τους, απομακρύνονται, έστω και με δυσκολία. Έτσι και εμείς» (Πολιτεία).
    Η άρνηση, ήδη από την αρχή, πηγή και κανόνας της δυτικής συμπεριφοράς. Οι άνθρωποι θα έπρεπε να είναι, σύμφωνα με τη μεταφορά των Νόμων, μαριονέτες της λογικής.
*
Ο Πλάτων ως πρώτη και ανώτατη υγειονομική αρχή της σκέψης. Αυτός επινόησε το εμβόλιο της διαλεκτικής κατά του φοβερού αισθητικού ιού που μεταδόθηκε από τον Γοργία.
*
Τα φαντάσματα εναντιώνονται στην τάξη, στην εργασία, στην ιστορία, είναι ανώφελα ή απειλητικά. Γι’ αυτό κάθε επανάσταση, όπως κάθε κοινωνία που βασανίζεται από την πολιτική, θα αντικρίσει καχύποπτα την τέχνη ή, ούτε λίγο ούτε πολύ, θα την εξορίσει. Η εκδίωξη του καλλιτέχνη από την Πόλη είναι χειρονομία που επαναλήφθηκε ακόμη και στην πρόσφατη ιστορία. Ο Zhdanov ήταν ένας πλατωνικός.
*
Παρά το υπέρτατα μεταφυσικό περιεχόμενο και ύφος, στον Πλάτωνα δεν υπάρχει ούτε μία φράση που να μην πηγάζει από το πιο άμεσο, έντονο και δραματικό απτό στοιχείο της ύπαρξης, της ιστορίας, της τέχνης, του ατόμου και της Πολιτείας. Στην πραγματικότητα, ο Πλάτων μιλάει στην ψυχή και στο σώμα, και γι’ αυτό τον λόγο το έργο του δεν παύει ούτε θα παύσει ποτέ να είναι επίκαιρο, να σαγηνεύει και να συνταράζει. Αντιθέτως, με τον Αριστοτέλη, πνεύμα πολύ πιο θετικό, η σκέψη δεν βρίσκει το αντικείμενό της, χάνει κάθε ζωτικό ενδιαφέρον, γίνεται μια αφηρημένη και έμμεση άσκηση, αφοσιωμένη στο σύστημα και στον ακαδημαϊσμό.
*
Αν ο έρωτας είναι αληθινός, δεν πεθαίνει...
    Μέχρι και αυτή η αντίληψη, βγαλμένη από τραγουδάκι ή από κουτί με σοκολατάκια, δεν θα ήταν δυνατόν να εξηγηθεί εν τέλει χωρίς τον Πλάτωνα. 
*
Δεν πιστεύουμε πια στις Ιδέες, σε εκείνες με ιώτα κεφαλαίο και, συνεπώς, ούτε σε εκείνες με ιώτα πεζό. Τι απομένει λοιπόν από τον Πλάτωνα; Μένει το μεταφυσικό μυθιστόρημά του˙ μένουν επίσης όλα όσα είχε φοβηθεί, απορρίψει και καταδικάσει, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν τα είχε κατανοήσει και περιγράψει με τόσο θαυμάσιο τρόπο.
*
Τι αποδεικνύει η επικαιρότητα των πλατωνικών εφιαλτών καλύτερα απ’ ό,τι η σύγχρονη βιολογία – εργαστήριο του υβριδίου, κυκεώνας του αντίγραφου στη ζώσα πραγματικότητα;
*
Ο Joubert πιστεύει ότι τον Πλάτωνα «πρέπει να τον αναπνεύσουμε, θα λέγαμε, και όχι να τραφούμε από αυτόν»˙ και ότι για να τον κατανοήσουμε και να τον αντέξουμε, «οι λέξεις με τις οποίες μεταφράζεται θα έπρεπε να έχουν για εμάς τη διφορούμενη έννοια που είχαν οι δικές του για τους αναγνώστες και τους ακροατές της εποχής του».
*
Μόνο ο Leopardi, μόνο ένας υλιστής που δεν ένιωθε να είναι από εδώ κάτω («ο κόσμος δεν μου φαίνεται φτιαγμένος για μένα», έγραψε κάποτε στον αδερφό του Carlo), μπορούσε να δημιουργήσει εκείνο το θαύμα αιθέριας ομορφιάς που είναι η ωδή Alla sua Donna, πιθανόν ο υψηλότερος φόρος τιμής που έγινε στον Πλάτωνα από έναν σύγχρονο αντιπλατωνιστή.
*
«Αφηγείται λοιπόν ο θρύλος πως κάποτε τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι, πριν από τη γέννηση των Μουσών: ύστερα, όταν γεννήθηκαν οι Μούσες και εμφανίστηκε το τραγούδι, μερικοί από αυτούς τους ανθρώπους αποξενώθηκαν σε τέτοιο βαθμό από την απόλαυση που, εξαιτίας του τραγουδιού, αμελούσαν να φάνε και να πιουν και, χωρίς να το αντιληφθούν, πέθαιναν. Αργότερα, από αυτούς προήλθε το γένος των τζιτζικιών, που απέκτησε από τις Μούσες το προνόμιο να μην έχει, αφότου γεννηθεί, καμιά ανάγκη για τροφή, αλλά να αφιερωθεί αμέσως στο τραγούδι, χωρίς να τρώει ή να πίνει, μέχρι να πεθάνει, και να πάει έπειτα στις Μούσες για να αναγγείλει αν εδώ κάτω κανείς τις τιμά, και ποια ιδιαίτερα» (Φαίδρος).
    Σε αυτόν τον σαγηνευτικό μύθο –πρωταρχικό μύθο, όχι παράγωγο– ο πιο αδιάλλακτος μοραλιστής της ιστορίας της σκέψης αποκαλύπτει ότι είναι βαθιά συνένοχος με όσους κρατούν τον θύρσο, φαίνεται να έχει και αυτός το πόδι του τράγου. Μπορεί κανείς να συλλάβει κάτι πιο διονυσιακό από το να πεθαίνεις από τραγούδι;
*
Φαίνεται πως ο Πλάτων δεν κατανοήθηκε καθόλου από τους μαθητές του. Άλλωστε, ελάχιστα ανησυχούσε για την ορθόδοξη ερμηνεία της σκέψης του: να μια απροσδόκητη ιδιομορφία που προσθέτει περισσότερο μεγαλείο στο μεγαλείο του. 
*
Η γραφή σαν «κήπος του Αδώνιδος».
    Άνθος αφύσικο, εφήμερο, τεχνητή λάμψη.
*
Ο Joubert, πνεύμα συνήθως τόσο εκλεπτυσμένο, με ιδιαίτερη αντιληπτικότητα, παρατηρεί πως «ο πλατωνισμός χωρίς τον Πλάτωνα είναι ανυπόφορος», σε αυτή την περίπτωση όμως κάνει λάθος: απεναντίας, είναι αλήθεια πως μέχρι και στους πιο αδύναμους επιγόνους διατηρείται, λόγω της ίδιας της δύναμής του, κάτι από τη charme του οράματός του. Ανάμεσα στους ιδρυτές φιλοσοφιών και θρησκειών είναι λίγοι εκείνοι που, όπως ο Πλάτων, δεν χρειάζεται να ντρέπονται για την παράδοση την οποία γέννησαν.
*
«Από τα πολιτεύματα θα είναι ορθό, μάλιστα θα είναι το μοναδικό αληθινό πολίτευμα, εκείνο όπου οι άρχοντες θα κατέχουν τη γνώση πραγματικά και όχι απλώς επιφανειακά, και είτε κυβερνούν σύμφωνα με τους νόμους είτε χωρίς αυτούς, είτε με τη συναίνεση είτε με την εναντίωση των υπηκόων, σε πλούτη ή φτώχεια, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν πρέπει να θεωρηθεί πως έχει την ελάχιστη σχέση με έναν ορθό ορισμό της εξουσίας. […] Και αν αυτοί οι άνθρωποι σκοτώσουν κάποιον ή εξορίσουν άλλον με σκοπό την κάθαρση της Πολιτείας, αν μειώσουν τον πληθυσμό στέλνοντας σε κάποια μέρη αποίκους κατά σμήνη μελισσών, ή τον αυξήσουν παραχωρώντας την ιδιότητα του πολίτη σε άλλους που ήρθαν απέξω, αρκεί να ενεργούν βάσει γνώσης και δικαιοσύνης, προσπαθώντας να σώσουν την Πολιτεία και να την καταστήσουν, από χειρότερη που ήταν, την καλύτερη δυνατή, σε τέτοια περίπτωση και με τέτοιους όρους, αυτό το πολίτευμα θα είναι για μας το μόνο ορθό» (Πολιτικός).
    Αυτές οι λίγες γραμμές πανικοβάλλουν είτε επειδή φανερώνουν, ανήκουστα πρόωρα, την ουσία του πολιτικού προβλήματος στην αντίθεση ανάμεσα στην Ιδέα και το γεγονός, στην αλήθεια και την εξουσία, στη νομιμοποίηση και τη νομιμότητα, και θεσπίζουν, για πρώτη φορά στην ιστορία της σκέψης, την έννοια και το δικαίωμα της «επανάστασης»˙ είτε επειδή μοιάζουν, και όντως είναι, σκέτος Machiavelli, με τη διαφορά ότι ενώ αυτός δικαιολογεί τη βία και το έγκλημα στο όνομα του συμφέροντος της Πολιτείας, ο Πλάτων τα νομιμοποιεί στο όνομα του ίδιου του Αγαθού και της Δικαιοσύνης.
    Ο Πλάτων – ένας ιδεαλιστικός Machiavelli, ένας Machiavelli της αγιότητας, ωστόσο η τραγωδία της πολιτικής δεν αλλάζει!      
*
Ήδη στην Πολιτεία υπάρχει αυτή η ανήθικη, σατανική ανάγκη: το δικαίωμα των αρχόντων να «ψεύδονται για το συμφέρον της Πολιτείας»…
*
Γνωρίζουμε πως το πολιτικό πείραμα που επιχείρησε ο Πλάτων με τον Διονύσιο Β´, τύραννο των Συρακουσών, απέτυχε οικτρά: ένα πικρό μάθημα, αλλά για μας πολυτιμότερο από μια επιτυχία.
*
Πρέπει να επαναληφθεί αδιάκοπα ότι ο πλατωνικός ιδεαλισμός απέχει από το να ανταποκρίνεται σε ένα απλοϊκό ή διαστρεβλωμένο όραμα. Όντως, αναζητά την ατμόσφαιρα του παραδείσου, μα αναδύεται, δίχως να το κρύβει, μέσα από μια θειούχα θάλασσα.
*
Έχουμε εμπειρία μόνο του γίγνεσθαι και μιας μονάχα κατεύθυνσης στο εσωτερικό τού γίγνεσθαι: της φθοράς, της παρακμής και τελικά του εκμηδενισμού των πάντων. Δεν υπάρχει όμως καμία λογική αιτία που επιτρέπει να αποκλείσουμε μια αντιστροφή της ροπής. Σε μια συγκεκριμένη στιγμή, εξαιτίας μιας κοσμικής επανάστασης, της οποίας σαφώς δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε την πιθανότητα, ούτε καν το πότε επίκειται να συμβεί ή τις διαστάσεις της, όλα θα μπορούσαν να αρχίσουν να κινούνται αντίστροφα, ο χρόνος να κυλάει προς τα πίσω, το γίγνεσθαι ανάποδα… Είναι η προοπτική που εξετάζει η σύγχρονη Φυσική και που προβλέφθηκε πριν είκοσι τρεις αιώνες στον μύθο του Πολιτικού: «στους γέρους τα λευκά μαλλιά άρχιζαν να μαυρίζουν˙ σε εκείνους που είχαν πολλά γένια, τα μάγουλα γίνονταν ξανά άτριχα και επανέφεραν τον καθένα στο άνθος της ηλικίας του˙ τα εφηβικά σώματα γίνονταν όλο και πιο λεία και μικρά από μέρα σε μέρα και από νύχτα σε νύχτα, επέστρεφαν στην κατάσταση του νεογέννητου, και η ψυχή τους προσαρμοζόταν εξίσου καλά με το σώμα˙ από εδώ, σταδιακά έφθιναν και κατέληγαν να εξαφανιστούν εντελώς». Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όλα θα οπισθοχωρούσαν˙ αντί να κλίνουν προς τον θάνατο, όλα θα επανέρχονταν στη γέννηση. Επομένως προς τη σωτηρία; Όχι. Προς έναν καταγωγικό θάνατο.   
*
Παρά τη μεγαλειώδη εργασία της αφαίρεσης που επιτεύχθηκε από το σύστημά του, ο Hegel είναι από τους ελάχιστους που κατόρθωσαν να συλλάβουν την πραγματικότητα με «πλατωνική» δύναμη και ακρίβεια. Και στην περίπτωσή του επίσης, όπως για τον Αθηναίο φιλόσοφο, ισχύει ο ακόλουθος κανόνας ανάγνωσης: να κομματιάζεις την κορνίζα ώστε να ελευθερωθεί ο άγριος πλούτος και η αλήθεια του πίνακα.       
*
Ενίοτε ειπώθηκε ότι ο Πλάτων προαναγγέλλει τον Χριστιανισμό. Δεν υπάρχει όμως σε αυτόν τίποτε από τον ιουδαϊκό κυκεώνα: ο κόσμος έπρεπε να βρει λύτρωση στις μορφές, όχι στην πίστη… 
*
Προσπαθώντας να λυτρώσει τον κόσμο από το maelstrom της δύναμης, ο Πλάτων επινόησε μια αλήθεια, μάλλον: την αλήθεια. Αλλά τότε συνέβη ένα περίεργο φαινόμενο: για να επιβληθεί στη δύναμη, η οποία δεν υπακούει στη λογική, για να πραγματοποιηθεί και να διατηρηθεί στην ιστορία, η Ιδέα δεν είχε –ύψιστη ειρωνεία– άλλο μέσο από το να προσφύγει και αυτή στη δύναμη, και έτσι προκλήθηκαν νέες, ατελείωτες καταστροφές.
*
Το Ένα –από τον Πλάτωνα ώς τον Hölderlin– είναι η μοναδική, υπέρτατη επιδίωξη. Αν όμως όλα ήταν Ένα, τίποτα πια δεν θα κινούνταν, μάλλον τίποτα πια δεν θα υπήρχε.
    Όταν αναζητούμε την τελική αιτία των πραγμάτων, όπως και να την προσδιορίζουμε, σκοντάφτουμε πάντα στο ίδιο συμπέρασμα: η επιστροφή στην αρχή του κόσμου δεν θα ήταν άλλο παρά ο αφανισμός του κόσμου.    

Μετάφραση: Μαρία Φραγκούλη

Ο Mario Andrea Rigoni γεννήθηκε στο Asiago το 1948. Είναι καθηγητής ιταλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Padova, ένας από τους πιο γνωστούς μελετητές του Giacomo Leopardi (έχει επιμεληθεί την πιο πρόσφατη κριτική έκδοση των απάντων του στη σειρά “i Meridiani” του Mondadori). Επίσημος μεταφραστής του Cioran στην Ιταλία, διατήρησε επί πολλά χρόνια φιλία με τον συγγραφέα, μεταφράζοντάς τον και διαδίδοντας τη σκέψη του. Ήταν ο πρώτος στην Ιταλία που παρουσίασε και δημοσίευσε πολλά κείμενα του Cioran στην Corriere della Sera, ενώ διηύθυνε τη μετάφραση των έργων του για τον γνωστό εκδοτικό οίκο Adelphi. Έχει γράψει δοκίμια, βιβλία με αφορισμούς και συλλογές διηγημάτων, και αρθρογραφεί στο πολιτιστικό ένθετο της Corriere della Sera. 




[1] Κεφάλαιο από το βιβλίο αφορισμών του Mario Andrea Rigoni, Variazioni sull’Impossibile (il notes magico, Padova 2006).

Μικρό σχόλιο για το σκάνδαλο Novartis

Ο Σεφέρης έγραφε προφητικά για το φαρμάκι των φιδιών που πλήττουν τη ζωή μας. Εμείς οι πολίτες είμαστε οι γάτες τ' Άι- Νικόλα. Εμείς...



Γιῶργος Σεφέρης - Οἱ Γάτες τ᾿ Ἅι-Νικόλα

Τὸν δ᾿ ἄνευ λύρας ὅμως ὑμνωδεῖ θρῆνον Ἐρινύος αὐτοδίδακτος ἔσωθεν θυμός,
οὐ τὸ πᾶν ἔχων ἐλπίδος φίλον θράσος. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. 990 ἔπ.

«Φαίνεται ὁ Κάβο-Γάτα...», μοῦ εἶπε ὁ καπετάνιος
δείχνοντας ἕνα χαμηλὸ γιαλὸ μέσα στὸ πούσι
τ᾿ ἄδειο ἀκρογιάλι ἀνήμερα Χριστούγεννα,
«... καὶ κατὰ τὸν Πουνέντε ἀλάργα τὸ κύμα γέννησε τὴν Ἀφροδίτη
λένε τὸν τόπο Πέτρα τοῦ Ρωμιοῦ.
Τρία καρτίνια ἀριστερά!»
Εἶχε τὰ μάτια τῆς Σαλώμης ἡ γάτα ποὺ ἔχασα τὸν ἄλλο χρόνο
κι ὁ Ραμαζὰν πῶς κοίταζε κατάματα τὸ θάνατο,
μέρες ὁλόκληρες μέσα στὸ χιόνι τῆς Ἀνατολῆς
στὸν παγωμένον ἥλιο
κατάματα μέρες ὁλόκληρες ὁ μικρὸς ἐφέστιος θεός.
Μὴ σταθεῖς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια ἀριστερά» μουρμούρισε ὁ τιμονιέρης.
...ἴσως ὁ φίλος μου νὰ κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστὸς σ᾿ ἕνα μικρὸ σπίτι μὲ εἰκόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω ἀπ᾿ τὰ κάδρα.
Χτύπησε ἡ καμπάνα τοῦ καραβιοῦ
σὰν τὴ μονέδα πολιτείας ποὺ χάθηκε
κι ἦρθε νὰ ζωντανέψει πέφτοντας
ἀλλοτινὲς ἐλεημοσύνες.
«Παράξενο», ξανάειπε ὁ καπετάνιος.
«Τούτη ἡ καμπάνα-μέρα ποὺ εἶναι-
μοῦ θύμισε τὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴ μοναστηρίσια.
Διηγότανε τὴν ἱστορία ἕνας καλόγερος
ἕνας μισότρελος, ἕνας ὀνειροπόλος.
«Τὸν καιρὸ τῆς μεγάλης στέγνιας,
- σαράντα χρόνια ἀναβροχιὰ -
ρημάχτηκε ὅλο τὸ νησὶ
πέθαινε ὁ κόσμος καὶ γεννιοῦνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τοῦτο τ᾿ ἀκρωτήρι,
χοντρὰ σὰν τὸ ποδάρι ἄνθρωπου
καὶ φαρμακερά.

Τὸ μοναστήρι τ᾿ Ἅι-Νικόλα τὸ εἶχαν τότε
Ἁγιοβασιλεῖτες καλογέροι
κι οὔτε μποροῦσαν νὰ δουλέψουν τὰ χωράφια
κι οὔτε νὰ βγάλουν τὰ κοπάδια στὴ βοσκὴ
τοὺς ἔσωσαν οἱ γάτες ποὺ ἀναθρέφαν.
Τὴν κάθε αὐγὴ χτυποῦσε μία καμπάνα
καὶ ξεκινοῦσαν τσοῦρμο γιὰ τὴ μάχη.
Ὅλη μέρα χτυπιοῦνταν ὡς τὴν ὥρα
ποῦ σήμαιναν τὸ βραδινὸ ταγίνι.
Ἀπόδειπνα πάλι ἡ καμπάνα
καὶ βγαῖναν γιὰ τὸν πόλεμο τῆς νύχτας.
Ἤτανε θαῦμα νὰ τὶς βλέπεις, λένε,
ἄλλη κουτσή, κι ἄλλη στραβή, τὴν ἄλλη
χωρὶς μύτη, χωρὶς αὐτί, προβιὰ κουρέλι.
Ἔτσι μὲ τέσσερεις καμπάνες τὴν ἡμέρα
πέρασαν μῆνες, χρόνια, καιροὶ κι ἄλλοι καιροί.
Ἄγρια πεισματικὲς καὶ πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τὰ φίδια μὰ στὸ τέλος
χαθήκανε, δὲν ἄντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ὡσὰν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δὲν ἀφῆσαν στὸν ἀφρὸ
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Αἰῶνες φαρμάκι γενιὲς φαρμάκι».

«Γραμμή!
Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Αἰῶνες φαρμάκι, γενιὲς φαρμάκι». 

«Γραμμή!» ἀντιλάλησε ἀδιάφορος ὁ τιμονιέρης.
Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969

Ούτε κουρσάρος, ούτε προσκυνητής Μόνο ευθείες

[Τα Νέα, Σάββατο 14/02/2009]

Τζένη Μαστοράκη: Δ. Ν. Μαρωνίτης, Η πεζογραφία του Γιώργου Χειμωνά, εκδ. Κέδρος 2007


«Το έργο του Γιώργου Χειμωνά δεν μπορεί και δεν πρέπει να διαβαστεί ψύχραιμα», έγραφε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης (αριστερά). Τώρα που σε λίγες μέρες συμπληρώνονται οκτώ χρόνια από τον ξαφνικό θάνατο αυτού του ξεχωριστού πεζογράφου (και ψυχίατρου-ψυχαναλυτή), η ανάγνωση του κορυφαίου φιλόλογου και κριτικού και οι ευθύβολες παρατηρήσεις του επαναφέρουν στο προσκήνιο τον συνταρακτικό διάλογό τους


ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΛΕΕΙ Ο ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ: «ΛΙΓΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΛΙΓΑ ΕΡΓΑ ΜΑΣ ΦΕΡΝΟΥΝ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ ΥΠΟΘΕΤΩ ΕΧΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΤΟΥΣ». ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΤΟΥ ΤΑ ΠΑΡΩ ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥ ΤΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ. ΕΤΣΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ, ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΥΟ ΤΟΥΣ.
Και με τον Χειμωνά και με τον Μαρωνίτη έχω μια μακριά προϊστορία, δημόσια και ωστόσο προσωπική: καθένας τους με τον δικό του τρόπο, με κάποιο κείμενό του δηλαδή, με έχει σημαδέψει σε διάφορες ηλικίες και ήταν εποχές που μια δημοσίευσή τους, μεγάλη ή μικρή, μπορούσε να σφραγίσει ολόκληρη χρονιά. Ο Χειμωνάς ήταν η φωνή από τα έγκατα. Κάθε νέο βιβλίο του ερχόταν να με συνεπάρει σαν φλεγόμενο παραμύθι που μιλούσε σε ό,τι πιο αμίλητο είχα μέσα μου. Ο Μαρωνίτης πάλι ήταν η φωνή μέσα από τα σύννεφα. Ο λόγος του τάραζε τα νερά, τολμηρός, ριψοκίνδυνος, αδιαπραγμάτευτος: ένας λόγος υψηλού κόστους και υψηλού πάθους, που δεν υπολόγιζε ούτε την έκθεση ούτε την πρόκληση.
Εκείνες τις εποχές, κάποια από τα σπουδαία κείμενα αυτού του τόμου τα έζησα ένα ένα στην ώρα τους, σχεδόν εν θερμώ. Καθένα από αυτά ήταν και ένα γεγονός. Και τώρα που τα ξαναδιαβάζω όλα μαζί, με αρκετή μελαγχολία, αλλά και με την ίδια παλιά συγκίνηση, διαπιστώνω πως μέσα μου μετρούν ακόμη όπως και τότε. «Γεγονότα» είναι πάλι, εγγεγραμμένα πια και σε μιαν άλλη διάσταση. Η συνάντηση των δυο τους ήταν συναρπαστική. Και αποκλειστική – έτσι την ένιωθα: κανένας άλλος δεν μπορούσε να μπει ανάμεσά τους. Τους κρυφάκουγα να μιλούν σε μια γλώσσα που ήταν μοιρασμένη και διπλή και ταυτόχρονα ενιαία και αδιαίρετη και τους φανταζόμουν σαν δύο ωραία θηρία που πλησιάζονται και οσφραίνονται το κοινό τους αίμα. Ή με τον τρόπο του Χειμωνά: δύο κήρυκες που διανύουν το αχανές, ώσπου να συναντηθούν πάνω από ένα ανασκαμμένο πεδίο μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν, εκεί ακριβώς, χωρίς «εάλω» και «νενικήκαμεν», πως έρχονται από την ίδια πατρίδα.
Την περιπλάνηση του Χειμωνά την έχω ακολουθήσει μόνο φανταστικά. Κάθε που χρειαζόταν να τον κοιτάξω από λίγο πιο κοντά, έγραφα γύρω του μεγάλες καμπύλες, ζητώντας να τον καθρεφτίσω πρώτα κάπου αλλού για να μη με μαρμαρώσει. Τις διαδρομές του Μαρωνίτη όμως, τώρα που τον ξαναδιάβαζα με μια νηφάλια χρονική απόσταση, νομίζω πως τις είδα σχεδόν καθαρά. Ούτε μία καμπύλη που να παρηγορεί, ούτε μία τεθλασμένη που να δραπετεύει: μόνο ευθείες. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομερό και πιο περιπετειώδες από την ευθεία.
Είναι στοιχεία μιας μυστικής γεωμετρίας οι ευθείες του και χτίζουν, πότε οριζόντιες και πότε κάθετες, έναν αόρατο κάνναβο πάνω από το έργο του Χειμωνά. Με μία διαφορά όμως: στα τετραγωνάκια του αόρατου πλέγματος ο Μαρωνίτης δεν απομονώνει λεπτομέρειες από τον Χειμωνά για να τις αναδείξει. Αποθέτει τα δικά του, πολύ προσωπικά «σήματα», μ΄ ένα αίσθημα παλλόμενο και συνάμα οριακά συγκρατημένο. Η συγκίνηση παραμένει γι΄ αυτόν μια «σκοτεινή πηγή που υπόκειται». Δεν ανεβαίνει ποτέ στην επιφάνεια.
Με μία εξαίρεση: τη συνομιλία με τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στο τέλος του βιβλίου. Αν ο Μαρωνίτης, ζώντος του Χειμωνά, υπήρξε ένας ιδεώδης παραλήπτης και αποστολέας, με τον Χειμωνά φευγάτο πια, αφήνει τη σκοτεινή πηγή του, όχι να αναβλύσει, αλλά να φανεί μόνο μέσα από κάποιες βίαιες ρωγμές. Μια πικρή παρατήρηση σαν κι εκείνη για το «τέλος του Νάρκισσου», θα μπορούσε να κρύβει προπαντός ένα πράγμα: την άγρια οργή ενός μοναχικού πια αποστολέα μπροστά στο άδικο του θανάτου.
Ξανά στον κάνναβο. Σαν τι «σήματα» θα διάβαζα καταγεγραμμένα στα τετραγωνάκια του; Ας πούμε, αυτό: «Το έργο του Χ. δεν μπορεί και δεν πρέπει να διαβαστεί ψύχραιμα- συγκρατεί στο εσωτερικό του τη μορφή του τρόμου και η πρόσληψή του οφείλει να πραγματοποιηθεί εν όψει του τρόμου». Είναι μια διαπίστωση που με γοητεύει όσο και την πρώτη φορά που τη βρήκα γραμμένη μπροστά μου και θα γινόταν ωραίο παράδειγμα και του αποσιωπημένου αισθήματος (άλλο να μιλάς σαν «τρομαγμένος» κι άλλο σαν ένας που γνώρισε τον τρόμο) και μιας ιλιγγιώδους ευθείας που διαπερνά και συνδέει τα σπλάχνα δύο κειμένων, αν όχι και δύο συγγραφέων.
Πέρα από τις άλλες ανεκτίμητες ιδιότητές του, ο Μαρωνίτης-συγγραφέας έχει σπάνια άρθρωση και σπάνια ευθυβολία. Ο λόγος του δεν ανταγωνίζεται ούτε διαμεσολαβεί. Ξεδιπλώνεται πέρα για πέρα ισότιμος και αυτόνομος, επιβάλλοντας κανόνες μιας άλλης προοπτικής με τερατώδες ένστικτο και με υψηλή- ας μου επιτραπεί αυτή η παρεξηγημένη λέξη- αξιοπρέπεια. Ο Μαρωνίτης δεν γίνεται ούτε κουρσάρος ούτε προσκυνητής. Και καθώς ελέγχει αυστηρά τη δραματικότητα και την ταραχή του, γίνεται εν τέλει και δραματικός και συνταρακτικός. Και κυματίζει, σαν κι εκείνην τη σημαία του Χειμωνά. Μαζί με όλα τα καρφιά που τον κρατούν καρφωμένο.

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

ΚΡΙΤΙΚΗ –IN MEMORIAM

γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*


ΑΡΗΣ ΜΠΕΡΛΗΣ 1944-2018: - Ο “σεσημασμένος μεταφραστής” και μαχητικός δοκιμιογράφος μας άφησε λίγο πριν τον θάνατό του μια εντυπωσιακή συλλογή κειμένων  για την αγάπη της λογοτεχνίας αλλά και της επιστήμης-

Άρης Μπερλής, Κριτικά Δοκίμια ΙΙ, 
σελ. 268, ΥΨΙΛΟΝ 2017

Ένας ακτιβιστής του ορθού λόγου

Ο Άρης Μπερλής έχει χαρακτηρισθεί «σεσημασμένος μεταφραστής» από την επίσης σημαντική μεταφράστρια και κριτικό Αθηνά Δημητριάδου (βλ. άρθρο της στο σχετικό αφιέρωμα του περ. The Athens Review of Books, Σεπ. 2017)  με την οποία είχε διά βίου συνεργασία. Υπονοείται προφανώς η πίστη του στο λειτούργημα της μεταφοράς στη γλώσσα μας του νοήματος και των συμφραζομένων ενός κειμένου που έχει παραχθεί σε άλλα μήκη και πλάτη, αλλά και η ιδιαίτερη σημασία της μετάφρασης ως μορφής τέχνης με πολλαπλάσια συχνά σημασία από την παραγωγή πρωτότυπου έργου. Πράγματι, ο Μπερλής ταυτιζόταν σε τέτοιο βαθμό με το έργο με το οποίο  πάλευε σε κάθε χρονική περίοδο της ζωής του, που υποδυόταν τον ρόλο του ίδιου του συγγραφέα, όπως μου είχε εξομολογηθεί χαριτιλογώντας. Έφτανε ακόμη σε προχωρημένο σημείο ταύτισης με τους ήρωες μιας αφήγησης όπως ο Λόρδος Τζιμ του Τζόζεφ Κόνραντ ή ακόμη περισσότερο Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ του Φράνσις Σκοττ Φιτζέραλντ, νοσταλγώντας τις «ζωές που δεν ζήσαμε». Θεωρώντας τη λογοτεχνία  όργανο της επαφής μας με το «έτερον» (το αλλότριο, το καινούργιο, το εξωτικό, το ετεροχρονισμένο),  και πιστεύοντας στην μέσω αυτού του ετέρου  λυτρωτική επιστροφή στον εαυτό μας (το οικείο, το καθημερινό, το πιθανώς γνωστόν), ο Άρης Μπερλής μοχθούσε πάνω από τα κείμενα  συγγραφέων όπως η  Βρτζίνια Γουλφ και ο Τζ. Μ. Κουτσύ. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα πάλευε  με το μεγάλο έργο του Χάρολντ Μπλουμ για τον Σαίξπηρ (το οποίο ατυχώς έμεινε ημιτελές). Σε κάθε περίπτωση έπεισε τους δύσπιστους  ότι η μεταφραστική δουλειά είναι εξίσου σημαντική με την πρωτότυπη, συχνά δυσκολότερη και προϋποθέτουσα μια ευρύτερη παιδεία. Όσοι σήμερα βιοπορίζονται με τη μετάφραση του χρωστούν πολλά. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος  της Εταιρείας Συγγραφέων.
     Ο Μπερλής υπήρξε ολιγογράφος. Ως λεπτολόγος και βασανιστής του κειμένου προτιμούσε να διαβάζει υπερβολικά πολύ ώστε να αντλεί «πλευρική σοφία» για τα βιβλία αλλά και τα κοινωνικά συμφραζόμενά τους. Μανιώδης της ποίησης, με ιδιαίτερη κλίση προς τον Τ.Σ. Έλλιοτ και τους καθ’ ημάς Καρυωτάκη και Ελύτη, μελετητής της αποικιακής και μετααποικιακής λογοτεχνίας από τους πρώιμους εξερευνητές (τον Στάνλεϋ, τον  Μπρους, τον Μπέηκερ)  ως τον Κόντραντ, τον Ταγκόρ,  τον Μωμ και ιδιαίτερα τον Κουτσύ (μιας και η αγαπημένη του αγγλίδα σύζυγος Μόνικα είχε και νοτιοαφρικανικές ρίζες),   κατέφευγε ενίοτε ακόμη και στην αστυνομική λογοτεχνία για να ξεφύγει από τυχόν αξεπέραστες δυσκολίες. Όμως είχε  ιδιαίτερη αγάπη για την καθεαυτή ταξιδιωτική λογοτεχνία, ιδιαίτερα όταν αυτή κινείται στα όρια μεταξύ γεωγραφίας και κοινωνικής ανθρωπολογίας. Μεταξύ των μεταφράσεών του σημαδιακές θεωρώ την Βενετία της Τζαν Μόρρις και τους Άραβες των Βάλτων του Γουίλφρεντ Θέσιγκερ – έχω άλλωστε γράψει γι αυτές. Σημαντικό επίσης είναι ότι ο Μπερλής προλόγιζε ή επιλόγιζε τα βιβλία που μετάφραζε ο ίδιος ή κάποιος άλλος (πρόσφατα ας πούμε το Στόουνερ του Τζων Γουίλλιαμς και το Μανχάτταν του Κολμ Τοϊμπίν) με εξαιρετικά διαυγή τρόπο.

    Αυτή η τελευταία του ιδιότητα μας εισάγει ωστόσο στο πεδίο της δοκιμιογραφίας. Γιατί ο Μπερλής έγραψε ποικίλα δοκίμια που εντάχθηκαν και σε αυτόν τον τελευταίο του τόμο σχετικά με τον Παπαδιαμάντη, τον Καραγάτση, τον Καζαντζάκη, τον Χειμωνά , τον Σεφέρη, την Καίη Τσιτσέλη, την Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου ή ευρύτερες μελέτες για την κατασκοπική και πολεμική λογοτεχνία. Προασπιστής του μοντερνισμού, θεωρούσε ότι η όλη η σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή κινείται σε ένα εκκρεμές που  έχει στις άκρες του τόξου  τους δύο μεγάλους Ιρλανδούς, τον Τζέημς Τζόις και τον Σάμουελ Μπέκετ: από τον μπαρόκ πληθωρισμό της γλώσσας και την ηρωοποίηση της καθημερινότητας του ενός, στην λιτή έκφραση του άλλου που αναδείκνυε τις σιωπές και τα κενά πίσω από τις λέξεις.  Σεβόταν ωστόσο ιδιαίτερα την ρεαλιστική λογοτεχνική παράδοση του 19ου αιώνα χωρίς την οποία είναι αδύνατο να γίνουν κατανοητές οι μετέπειτα εξελίξεις του 20ού. Είναι γι αυτό που τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα οι επιστημονικές και άλλες κατακτήσεις, που καθοδηγούν συχνά με άδηλους τρόπους τους δρόμους της λογοτεχνίας. Γιατί λ.χ. χωρίς την ψυχανάλυση θα ήταν δύσκολο να κατακτηθούν τεχνικές όπως αυτή της συνειδησιακής ροής και χωρίς την κβαντική φυσική και την σχετική Αρχή της Απροσδιοριστίας δεν θα είχαμε την διάσπαση του χρόνου της αφήγησης, την σχετικοποίηση των χαρακτήρων, την πολλαπλή εστίαση,  ή την πρωτοκαθεδρία του υποκειμένου της αφήγησης.  Η πίστη του αυτή στην επιστήμη βρήκε την καλύτερη έκφρασή της σε ένα σημαντικό του κείμενο που πρωτοδημοσιεύθηκε επίσης στο Athens Review of Books  και όπου ο Μπερλής, αν και δηλωμένα μη φυσικός, μπαίνει στα άδυτα της κβαντικής φυσικής για να ανακαλύψει τομές και αποσχίσεις.  Εκεί μας θυμίζει άλλωστε πως το στοιχειώδες σωματίδιο κουάρκ βαφτίστηκε έτσι  στην δεκαετία του ’60 από μια αναφορά στο Φίννεγκαν’ ς Γουέηκ του Τζόις. Βλέπετε, ο νομπελίστας φυσικός Μάρρεϋ Τζελ- Μανν συνήθιζε να διαβάζει κάπου κάπου για ξεκούραση δυο τρεις σελίδες από το «πλέον αδιάβαστο των βιβλίων» και πέφτοντας πάνω στη λέξη κουάρκ (“Three quarks for Muster Mark”) ήταν βέβαιος ότι είχε ήδη ηχήσει στα αυτιά του όταν δούλευε πάνω στην ανακάλυψή του.  Στο δοκίμιο αυτό ο Μπερλής κολυμπά επιπλέον στα βαθιά νερά των πολλαπλών συμπάντων και των άπειρων πραγματικοτήτων που συγκροτούν κατά την σύγχρονη θεωρία την ιστορία του σύμπαντος, θυμίζοντάς μας τους παράλληλους δρόμους της φυσικής  με τις λογοτεχνικές εξελίξεις.
   Για να δουλέψει πάνω σε παρόμοιους συσχετισμούς (και σχετικισμούς)  πρέπει ωστόσο να είναι κανείς πιστός στον ορθό λόγο (ειδάλλως κινδυνεύει να του σαλέψει).  Τότε και μόνο τότε η μαγεία της τέχνης μπορεί να έχει νόημα. Ο Μπερλής υπήρξε ένας ακτιβιστής του Ορθού Λόγου, ένας εξ επαγγέλματος αθεϊστής (ή έστω αγνωστικιστής) και το πάθος του αυτό βρήκε την καλύτερη έκφρασή του στο ογκώδες βιβλίο Η Βίβλος του Αθέου, με σχολιασμό κειμένων και ανθολόγηση του Κρίστοφερ Χίτσενς. Αλλά ο ορθολογισμός του επεκτεινόταν και σε ποικίλα άλλα είδη ακτιβισμού, προεξαρχόντων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αγάπης προς το έτερον , το άλλο, το αλλόφυλλο. Το πάθος του για παρόμοια ζητήματα εκδηλωνόταν με εξαντλητική επιχειρηματολογία, μέχρι  σημείου σύγκρουσης με τους ακροατές ή συνδαιτημόνες του, αλλά οι ρίζες του είχαν γερά εμπειριστικά,  «αγγλοσαξωνικά» θεμέλια. Σε ένα έξοχο αντιμανιφέστο της συλλογής αυτής με τίτλο «Γιατί δεν γράφω ποίηση» εξηγεί με βιτριολικό χιούμορ γιατί είναι αρνητής της μετριοκρατίας, γιατί πιστεύει αποκλειστικά  στην μέθεξη με τα μεγάλα έργα και γιατί οι επαναστάσεις στην ποιητική τέχνη μοιάζουν να έχουν εξαντληθεί. Είναι γι αυτό και αναζητούσε την πραγματική ποίηση σε άλλες λογοτεχνικές μορφές.  Είμαι βέβαιος ότι βαθιά μέσα του θα χαιρόταν την στιγμή της διάψευσης αυτού του σκεπτικισμού του μιας και κατά τον Τόμας Κουν το κύριο χαρακτηριστικό των όντως επιστημονικών θεωριών είναι η διαψευσιμότητα: Κάποια στιγμή, μια νέα λειτουργική αλήθεια αντικαθιστά την παλιά και η γη από επίπεδη γίνεται στρογγυλή για να καταλήξει ελλειψοειδής εκ περιστροφής, γεωειδές κ.ο.κ.
    Σε όποιο παράλληλο σύμπαν  κι αν βρίσκεται τώρα, ας είναι βέβαιος ότι θα συνεχίσουμε να τσακωνόμαστε δημιουργικά μαζί του.    
  
Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Νότα Χρυσίνα «Μία τυχαία συνάντηση»

Σχόλιο προς τους/τις  ευγενικούς/ες και μη αναγνώστες/τριες

Το διήγημα αυτό γράφτηκε ως εργασία εξαμήνου για το ΜΠΣ. Περιέχει τεχνικές αφήγησης που δεν είναι στην παρούσα ανάρτηση σημειωμένες με bold ενώ όταν υποβλήθηκε για διόρθωση ήταν σημειωμένες και βαθμολογήθηκε με 9 (εννέα), προφανώς γιατί οι τεχνικές είναι σωστές αλλά όχι η λογοτεχνική γραφή που θέλει ψυχή βουτηγμένη στον νου. 



Η Νατάσα κατέβηκε βιαστική από το ταξί. Μόλις την είδα η καρδιά μου άρχισε να χτυπά σε ένα ξέφρενο ρυθμό σαν τρελή.Περπατούσα παρέα με τους παλιούς συμφοιτητές μου δίπλα από το γλυπτό της Κοιμωμένης του Χαλεπά. Βρισκόμασταν στο Α’ Νεκροταφείο για την εξόδιο ακολουθία που θα ψαλλόταν για τον αγαπημένο μας καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη, που είχε φύγει την προηγούμενη μέρα από τη ζωή. Ανυπομονούσα να την δω. Η φίλη της η Μαίρη μού είχε πει πως θα ερχόταν στην κηδεία κι ότι θα έφθανε αεροπορικώς από Θεσσαλονίκη. Είχε αργήσει. Η ώρα ήταν ήδη 11 και μισή.  Πάντα αργούσε. Το μυαλό μου έτρεξε στο παρελθόν σαν ταινία σε rewind. Θυμήθηκα την ημέρα που πρωτογνωριστήκαμε. Ήμασταν και οι δυο μας φοιτητές φιλολογίας στο πανεπιστήμιο.

Μια ψηλή κοπέλα με κυματιστά, καστανά μαλλιά και λαμπερά γεμάτα φλόγα μάτια μπήκε αργοπορημένη στο μάθημα του καθηγητή Μαρωνίτη. Το σώμα της δεν ήταν απλώς ωραίο, έμοιαζε με γλυπτό Αφροδίτης.) Μόλις την είδα εντυπωσιάστηκα, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της.

Στο διάλειμμα την πλησίασα και τη ρώτησα εάν χρειάζεται τις σημειώσεις του μαθήματος. Εκείνη ενθουσιάστηκε με την πρότασή μου και μού πρότεινε αμέσως να πάμε για καφέ. Ήταν πρόσχαρη και μιλούσε με μια ζεστή, απαλή, μεταξένια φωνή. 
Την ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα κι εκείνη ανταποκρίθηκε. Δεν αργήσαμε να συγκατοικήσουμε. Βρήκαμε ένα μικρό, φτηνό διαμέρισμά στο κέντρο της πόλης. Θέλαμε να βρισκόμαστε στην καρδιά της πόλης, ώστε να  οσμιζόμαστε τα δρώμενα, αλλά καιμου άρεσε να μπορώ να πηγαίνω παντού με τα πόδια.Το ίδιο και της Νατάσας. Ήταν αθλήτρια. Το όμορφο καλοσχηματισμένο της σώμα είχε διαμορφωθεί μετά από ατέλειωτες ώρες γυμναστικής.
Η αθλήτριά μου όμως αγαπούσε και τη διακόσμηση. Διάβαζε πολλά περιοδικά στον ελεύθερο χρόνο της. Στο νέο μας σπίτι τής δόθηκε η ευκαιρία και να δείξει το ταλέντο της και να φτιάξει το σπιτικό μας.
 Διάλεξε  φωτεινά πράσινα χρώματα για τους τοίχους και απαλότερες αποχρώσεις για τα υφάσματα. Βάψαμε μόνοι μας το σπίτι. Βάψαμε ακόμη και τα πρόσωπά μας. Είχαμε γελάσει πολύ καθώς μοιάζαμε με πράσινα ανθρωπάκια εξωγήινων, όπως αυτά που αναπαρίστανται στα περιοδικά.
 Τράβηξα πολλές φωτογραφίες το μουτράκι της και κρέμασα τις φωτογραφίες στους τοίχους. Τη φωτογράφιζα συχνά καθώς η φωτογραφία είναι το χόμπι μου. Είχα πάρει μέρος σε διαγωνισμούς και εκθέσεις.
 «Μάνο, βιβλία και φωτογραφίες παντού, παντού φωτογραφίες» έλεγε μισοζαλισμένη η μούσα μουενώ έψαχνε κάποιο βιβλίο για την εργασία της. 
«Βιβλιοφάγοι, είμαστε μωρό μου, δέξου ότι συγκατοικούμε με αυτά, ονειροπαρμένοι  βιβλιοφάγοι» της έλεγα και την άρπαζα από τη μέση γυρνώντας τηστον αέρα.
 Η Νατάσα ήθελε λίγο χώρο για ακουμπάει τα αγαπημένα της μυθιστορήματα αλλά το πάτωμα ήταν γεμάτο βιβλία και περιοδικά αρχιτεκτονικής. Ξόδευα όλο μου το χαρτζιλίκι σε αυτά καθώς ονειρευόμουν να γίνω αρχιτέκτονας,αν και είχα περάσει με την πρώτη στη σχολή φιλολογίας. Η φιλολογία ήταν όνειρο του πατέρα μου, καθώς ήταν και ο ίδιος φιλόλογος. Εγώ από μικρός ήθελα να κτίζω κάστρα. 
Την επόμενη χρονιά θα έδινα εξετάσεις και στην Αρχιτεκτονική και όταν θα έπαιρνα το πτυχίο μου θα έκτιζα ένα κάστρο να βάλω μέσα την βασίλισσά μου, τη Νατάσα.  «Βασίλισσά μου» της έλεγα όταν απλώναμε τα όνειρά μας για το μέλλον στο μικρό μας μπαλκονάκι τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες.
Ήμουν ερωτευμένος με το ομορφότερο κορίτσι του κόσμου και τίποτα δεν φαινόταν να μπορεί να χαλάσει την ευτυχία μας. Τα βράδια κάναμε παθιασμένο έρωτα και μετά ξαπλώναμε πάνω στις μεγάλες βελούδινες κόκκινες μαξιλάρες που ήταν απλωμένες στο πάτωμα και ακούγαμε τα αγαπημένα μας Cd μουσικής. Αγαπούσαμε και οι δυο μας την jazz και την κλασική μουσική. Ακούγαμε βέβαια και ροκ και πηγαίναμε κάθε Σαββατόβραδο για χορό και παρεούλα στο στέκι των φοιτητών, στην οδό Βαλαωρίτου.
Ήμασταν μαζί δύο χρόνια, όταν καβγαδίσαμε για πρώτη και τελευταία φορά. 
Ήταν Δεκέμβρης και είχε τσουχτερό κρύο. Τις προηγούμενες μέρες χιόνιζε και οι δρόμοι είχαν ένα απαλό στρώμα πάγου που την ημέρα αντανακλούσε το φως το οποίο διαθλώταν σε πολλά μικρά χρωματιστά σωματίδια που χόρευαν στον αέρα. Σάββατο βράδυ και είχαμε πάει στο αγαπημένο μας στέκι. Καθώς μπήκα μέσα είδα μια παρέα με κοπέλες. Ανάμεσά τους η Λητώ, μια όμορφη κοκκινομάλλα φοιτήτρια αρχιτεκτονικής, γειτονοπούλα μου στο εξοχικό μας στην Μήλο.  Χάρηκα πολύ που είδα τη Λητώ και αφού τη σύστησα στη Νατάσα έπιασα την κουβέντα μαζί της. Καιρό είχαμε να βρεθούμε και είχαμε να μοιραστούμε πολλά από το νησί μας. Περνούσα υπέροχα με τη συντροφιά της. Η Λητώ μού περιέγραφε πώς κατάφερε να αποδώσει το τοπίο της Μήλου σε έναν της πίνακα και η περιγραφή της με είχε συναρπάσει. Είχα απορροφηθεί τόσο από την αφήγηση που ξέχασα τηγλυκιά μου Νατάσα. Εκείνη με πλησίασε κάποια στιγμή και μου ζήτησε να φύγουμε. Εγώ δεν ήθελα να χάσω την παρέα της Λητώς και της είπα ότι θα μείνω και θα τησυνοδεύσω στο σπίτι της. Η Νατάσα θύμωσε και μου είπε πως φεύγει.
Όταν επέστρεψα στο διαμέρισμα, η Νατάσα κοιμόταν. Ξύπνησα νωρίς το πρωί αλλά η Νατάσα είχε ξυπνήσει νωρίτερα και μου είχε αφήσει ένα σημείωμα ότι θα πάει για λίγες μέρες στο χωριό των γονιών της, κάπου έξω από την Χαλκιδική.
Την πήρα πολλές φορές στο τηλέφωνο αλλά δεν απάντησε. Μετά από μια εβδομάδα μου τηλεφώνησε πως θ’ αργήσει να επιστρέψει,γιατί ο πατέρας της είχε αρρωστήσει και έπρεπε να μείνει κοντά στους δικούς της για λίγο καιρό.
 Ο καιρός περνούσε και εκείνη δεν επέστρεφε ούτε απαντούσε στα τηλεφωνήματά μου. Μια μέρα ήρθαν δυο φίλες της και μάζεψαν τα πράγματά της. Μου έδωσαν ένα γράμμα. Με ευχαριστούσε για όσα μοιραστήκαμε και μου ευχόταν να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Σύντομα πέρασα στην Αρχιτεκτονική Αθηνών και ξενοίκιασα το διαμέρισμα. Την αναζήτησα μέσα από φίλους και γνωστούς. Κανένας δεν ήξερε τίποτα. Σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε.
Μετά από χρόνια συνάντησα τη φίλη της τη Μαίρη στην Αθήνα. Μου είπε πως η Νατάσα είχε γίνει μεταφράστρια και πως ζούσε στη Γαλλία. Εκεί είχε τιμηθεί με το βραβείο της λεγεώνας της τιμής.

Η καρδιά μου συνέχισε να χτυπάει σε ξέφρενο καλπασμό όταν πλησίασε εκείνη. Είχα να τη δω είκοσι ολόκληρα χρόνια. Δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου. Βρήκα τη δύναμη και της είπα «Γειά σου Νατάσα, είσαι πάντα όμορφη».
 Μου χαμογέλασε πλατιά: «Κι εσύ πάντα κομψός» είπε ενώ με κοίταζε έντονα. Η αλήθεια είναι ότι πρόσεχα πολύ την εμφάνισή μου. Αν και τα μαλλιά μου είχαν ασπρίσει, ήμουν σε καλή φυσική κατάσταση. Την ημέρα εκείνη φορούσα σουέτ καφέ σακάκι, τζιν πουκάμισο και τζιν ανοιχτόχρωμο παντελόνι. Η Νατάσα με κοίταζε με αυτό το βαθύ γλυκό βλέμμα που είχα ερωτευτεί με την πρώτη ματιά. Αφού τελειώσαμε με το τελετουργικό, ήπιαμε καφέ και συλλυπηθήκαμε την οικογένεια Μαρωνίτη,κανονίσαμε να πάμε να φάμε οι δυο μας. Είχαμε να βρεθούμε είκοσι ολόκληρα χρόνια!

«Λοιπόν Μάνο»,μού είπε, «πραγματοποίησες το όνειρό σου να γίνεις αρχιτέκτονας;» Εγώ ήμουν ακόμη σαν υπνωτισμένος. Ρουφούσα κάθε της βλέμμα και προσπαθούσα να κρατήσω όσες περισσότερες εικόνες της αποτυπωμένες στο μυαλό μου. Σαν να ήθελα να τη φυλακίσω στη σκέψη μου. 

«Τι έγινε;», γέλασε, «μη μου πεις πως ξέχασες ποιος είσαι;» Γέλασα αμήχανα κι εγώ. Μου άρεσε που ήταν πειραχτήρι. Τα μάτια μου καρφώθηκαν πάνω στα μακριά καλοσχηματισμένα της πόδια που τα άφηνε ακάλυπτα κάτω από μία αραχνοΰφαντη φούστα. 
«Ουάου» της έκανα. Γελάσαμε και οι δυο καθώς θυμηθήκαμε τη σκηνή με τη Ρίτα Χέιγουορθ και τον Φρεντ Αστέρ. Η Χέιγουορθ είχε εμφανιστεί με σορτσάκι και ο Αστέρ είχε αντιδράσει με το επιφώνημα. Από τότε ήταν το δικό μας πείραγμα, κάθε φορά που την έβλεπα να εμφανίζεται μπροστά μου αποκαλυπτική.

«Λοιπόν, Μάνο», διέκοψε την αναπόλησή μου,«δεν θα μου πεις για εσένα;» «Η αλήθεια είναι, Νατάσα, ότι δεν πιστεύω πως είσαι εδώ».
 «Ναι, έγινα ένας επιτυχημένος αρχιτέκτονας,αλλά το κάστρο που έκτισα είναι χωρίς βασιλοπούλα».
 «Θέλεις να πεις πως δεν παντρεύτηκες;» είπε έκπληκτη.
«Παντρεύτηκα τη βασίλισσα του Σαββά» είπα όλο μυστήριο.

 Η Νατάσα άνοιξε διάπλατα τα μεγάλα καστανά της μάτια. Της εξήγησα ότι πήγα στην Αιθιοπία να φωτογραφίσω τις αρχαιότητες και εγκλωβίστηκα στη γοητεία του θρύλου της βασίλισσας του Σαββά*. Της διηγήθηκα πώς ανακαλύψαμε με την αποστολή των αρχαιολόγων, την οποία είχα ακολουθήσει, το χρυσωρυχείο της βασίλισσας. Της αφηγήθηκα την συναρπαστική ιστορία της βασίλισσας του Σαββά. Της εξήγησα πως υπάρχει ένας θρύλος που κάνει λόγο για μυθικά πλούτη και πως γίνεται αναφορά του ονόματός της τόσο στη Βίβλο όσο και στο Κοράνι. Της διηγήθηκα με κάθε λεπτομέρεια.τις περιπέτειές μου στο υψίπεδο Gheralta.Η Αιθιοπία είναι μία χώρα γεμάτη εκπλήξεις και μοιάζει να ξεπηδάει από τις σελίδες ενός παραμυθιού. 
Η Νατάσα άκουγε γοητευμένη. Πότε πότε πετάριζαν τα βλέφαρά της. Το πετάρισμα των βλεφάρων της ήταν σημάδι πως περίμενε με αγωνία τη συνέχεια. Μείναμε μαζί περπατώντας δίπλα στη θάλασσα μέχρι το ξημέρωμα της επόμενης μέρας. Προσπαθούσαμε να χωρέσουμε όσα χρόνια ήμασταν μακριά μέσα σε λίγες ώρες. Μου είπε για τη Γαλλία, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια, κι εγώ για την Αιθιοπία. Τη ρώτησα για όσα έγιναν τότε, αλλά εκείνη απέφυγε να απαντήσει. «Μάνο μου, ας μη χαλάσουμε τη συνάντησή μας» μου είπε. Όπως έλεγε και η Σκάρλετ Ο’Χάρα στην αγαπημένη μας ταινία «Όσα παίρνει ο άνεμος» «After all... tomorrow is another day…». 
Το ξημέρωμα την πήγα να πάρει το αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη. Τη φίλησα τρυφερά. Ήξερα πως δεν θα την ξαναδώ.


*Το βασίλειο, που εκτεινόταν στην σημερινή Αιθιοπία και την Υεμένη ήταν ισχυρό και άνθησε κυρίως χάρη στο εμπόριο με την Ιερουσαλήμ και τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Όσο για τη βασίλισσά του, παρ’ ότι ελάχιστα είναι γνωστά - έτσι ώστε να θεωρείται σήμερα περισσότερο ένα πρόσωπο μυθικό - η εικόνα της ενέπνευσε πολλαπλώς τους μεταγενέστερος, από το Μεσαίωνα και μετά.


Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Γιώργος Ξανθάκος " Πρόβες σε παλιό σπίτι"

Kees van Dongen

 (Dutch/French, 1877–1968)


Κάνεις λάθος. Τον γνωρίζω καλά και είναι και τα δυο. Σαν ποιητής και μαθηματικός μαζί, θα
         μπορούσε να σκεφτεί σωστά[…]
Edgar Allan Poe (Το κλεμμένο γράμμα)

Γύρισα και είδα τη φωνή της να περνάει το τζάμι, το δάχτυλό της να το χτυπάει σαν ράμφος πουλιού: « Ελάτε, πάμε.»
Ήτανε τυλιγμένη στο παλτό της, φορούσε έναν μικρό κομψό μπερέ και με κοίταζε ανυπόμονα. Έβαλα βιαστικά την καμπαρτίνα μου, έκλεισα το σπίτι, και μπήκα στο αυτοκίνητό μου. Ακολούθησα το δικό της. Σε μισή ώρα φτάσαμε, παρκάραμε και περπατήσαμε με τα πόδια, ώσπου είδαμε τη μεγάλη, σιδερένια πόρτα. Από πάνω, υπήρχε ένα τοξοτό υπέρθυρο, βαμμένο με κιτρινωπή ώχρα. Ξεκλείδωσε μ’ ένα μεγάλο κλειδί. Aνοίγοντας, η πόρτα έτριξε λίγο. Μπήκαμε σε μια μεγάλη αυλή, στρωμένη με λεπτό χαλίκι.
Ένα γύρο -κατά διαστήματα- υπήρχαν δέντρα και αναρριχητικά φυτά. Σε πολλά σημεία, οι σοβάδες είχαν πέσει, και φαίνονταν οι πέτρες της ψηλής μάντρας. Προς τη μεριά του κτηρίου, δύο δέντρα ένωναν ψηλά τα φυλλώματά τους, δημιουργώντας έναν φυσικό θόλο σκιάς. Από κάτω είχαν στρώσει  πάτωμα από σανίδια, που έφτανε μέχρι το σπίτι. Την κοίταξα απορημένος.
«Σας είπα, το σπίτι είναι πολύ παλιό. Του 1850. Το είχε ένας Άγγλος ευπατρίδης, φιλέλληνας. Ερχόταν μόνο καλοκαίρια, μα όταν γέρασε, έμεινε μόνιμα εδώ, ως τον θάνατό του. Είχε μεγάλο κύκλο, Έλληνες και ξένους πολιτικούς και λογοτέχνες. Έφτιαξε λοιπόν αυτή τη μικρή εξέδρα και οργάνωνε βραδιές ποίησης, θεάτρου και μουσικής. Μετά, ο παππούς μου, όταν το αγόρασε από τους κληρονόμους του Άγγλου, θέλησε να διατηρήσει την, κατά κάποιον τρόπο, παράδοση και συντηρούσε την εξέδρα για πολλά χρόνια. Λούστρο ξύλου ειδικό, αδιάβροχο, μουσαμάδες κάθε χειμώνα, και αντικατάσταση όσων σανίδων σάπιζαν.»   
Ρώτησα περισσότερα για τον παππού της. «Περίεργος τύπος», μου είπε. «Αρχιτέκτονας, λάτρης των Μαθηματικών, μα και της ποίησης! Μάλλον έγραφε ποιήματα, αλλά δεν τα εξέδωσε ποτέ.» Η γιαγιά της όμως ήταν γνωστή ζωγράφος! «Αλήθεια; Πώς την έλεγαν;» ρώτησα. «Άννα Μπελλή, το πατρικό της επίθετο», μου απάντησε.
Εκείνη τη στιγμή, δυνάμωσε λίγο ο βοριάς, είδα τα μάγουλά της να κοκκινίζουν ελαφρά. Σα να ρίγησε και τυλίχτηκε πιο σφιχτά με το παλτό της.
«Ελάτε, πάμε μέσα», της είπα. «Να μου δείξετε και το εσωτερικό».
Έριξα μια ματιά στον εξωτερικό τοίχο. Σκούρο ροζ χρώμα, τόπους τόπους ξεφτισμένο. Παράθυρα ψηλά, με πατζούρια, και τζάμια χωρισμένα με ξύλινα οριζόντια πηχάκια, σε τρία μέρη.
Δεν ξέρω πώς, αλλά ένιωσα πως έβρεχε, στο δέρμα του τοίχου κύλαγαν μικρά ρυάκια, το ροζ άλλαζε, αλλού γινότανε πιο σκούρο, αλλού πιο ξεφτισμένο, κι ήμαστε λέει εγώ κι εκείνη, κολλημένοι σ’ ένα σημείο, κάτω από ένα δέντρο, της άγγιζα το χέρι, ύστερα το άφηνα, εκείνη δάκρυζε, αναστέναζε μ’ έναν μικρό λυγμό –Μα τι; Χωρίζαμε;… «Όχι, πρόβα είναι» της έλεγα, «Μια πρόβα κάνουμε. Ηρέμησε».
…Είχε ανοίξει την πόρτα και με περίμενε, με κοίταζε. Όταν πήγα κοντά της, περίεργο, ένιωσα σα να είχε καταλάβει, σαν… κάπως…, να μας είχε «δει» κι εκείνη. Σάρκασα τον εαυτό μου. Έβαλα τα χέρια στις τσέπες της καμπαρντίνας μου και τεντώθηκα ελαφρά, να συνέλθω.
Το σπίτι στο ισόγειο είχε ένα μεγάλο σαλόνι, κουζίνα και τρία άνετα δωμάτια. Επιπλωμένο με αποικιακό στυλ, πολυθρόνες ξύλινες με δέρμα, άλλες ντυμένες με ύφασμα, σαν ταπετσαρία, τραπέζια μεγάλα, ένα οβάλ, ένα ορθογώνιο, κι άλλα πιο μικρά, σαλονιού. Οι τοίχοι ήταν σχεδόν όλοι καλυμμένοι με βιβλιοθήκες, εκτός από δύο, όπου ήταν κρεμασμένοι πίνακες της Μπελλή. Τράβηξε την προσοχή μου ένας που μου φάνηκε πολύ παράξενος. Θάλασσα ταραγμένη, ο ουρανός χαμηλός, σκοτεινιασμένος, κι εκεί που έσκαγαν τα κύματα, μέσα στο νερό, έβλεπες μισοβυθισμένους σταυρούς, σαν να επρόκειτο για θαλασσινό νεκροταφείο!
Κατάλαβε πού κοίταζα, χαμογέλασε. Η γιαγιά της είχε ζήσει κάποια χρόνια στην Αμερική, μου είπε, τη φιλοξενούσε ένας θείος της για να σπουδάσει ζωγραφική. Εκεί είχε δει τέτοιες θάλασσες. Κι όσο για τους σταυρούς, «Πρόβες για το μέλλον, εγγονή μου», της έλεγε, «πρόβες για τον θάνατο καραβιών».
Με κοίταξε με ένταση. Δεν άντεξα το βλέμμα της, γύρισα το δικό μου στα βιβλία. Παρατήρησα πως απάνω –ισόγειο και πρώτο είχε το σπίτι– ένα πάτωμα φαρδύ, περίπου τρία μέτρα, τύλιγε όλον τον όροφο και στη μέση υπήρχε κενό, κάτι σαν αίθριο, ώστε από κάτω έβλεπες σχεδόν ό,τι υπήρχε. Κι απάνω, η ίδια λογική, βιβλιοθήκες, μια μεγάλη δισκοθήκη με βινύλια, σιντοθήκες κι ένα στερεοφωνικό. Δυο μεγάλοι καθρέφτες με χοντρές μεταλλικές κορνίζες σκαλισμένες, η μία οβάλ, η άλλη τετράγωνη.  
Μέσα στο σπίτι, απουσίαζε εντελώς η αίσθηση της φθοράς που υπήρχε στο εξωτερικό του. Εδώ όλα ήταν σφριγηλά, καλοσυντηρημένα.
«Να σου φτιάξω καφέ;» ρώτησε και αμέσως: «Νομίζω να μιλάμε στον ενικό πια, συμφωνείς;». Μου φάνηκε τελείως συνεπής εξέλιξη, αν κι άμα το καλοκοίταζες, σαν τι είχε συμβεί δηλαδή μεταξύ μας και θα μπορούσαμε πλέον να νιώθουμε «πιο κοντά»; Όμως… έτσι ένιωθα.
Άναψε το φως του σαλονιού και μετά της κουζίνας. Έβγαλε το παλτό της και τον μπερέ. Έβγαλα κι εγώ την καμπαρντίνα. Σε λίγο, είχαμε καθίσει κοντά σ’ ένα παράθυρο, κοιτάζαμε έξω το βαθύ σούρουπο κι αναπνέαμε το ζεστό άρωμα του καφέ. Σωπαίναμε.
Πέρασε λίγη ώρα. Όσο την είχα δίπλα μου, ένιωθα ένα ρυάκι να γίνεται ολοένα ποταμός: «Άσε με να μαντέψω», είπα. «Η γιαγιά σου πέθανε σχετικά νέα, ο παππούς σου το ’ριξε στο ποτό, σιγά σιγά έγινε αλκοολικός και μετά από κάποια χρόνια, πέθανε κι αυτός. Ύστερα πήρανε το σπίτι οι γονείς σου, που μέχρι τώρα τα κατάφερναν να το συντηρούνε, αλλά δεν φτάνει το εισόδημά τους, μετά την οικονομική κρίση. Και προσφέρθηκες εσύ να βρεις κάποιον να το νοικιάσει ή και να το αγοράσει, αν ήθελε. Σωστά;»
«Ε, καλά, τα τελευταία σχεδόν σου τα έχω πει μόνη μου», γέλασε. «Αλλά… για τον παππού…  τη γιαγιά μου…» –σώπασε  απότομα. Σα να ένιωσε πάλι, όπως λίγο πριν, με τις «πρόβες».
«Έλα να σε πάω κι απάνω», είπε. Ανεβήκαμε. Περιεργαζόμουνα μαζί της τον χώρο, τα βιβλία, αλλά τα μάτια μου, δυο θολά τζάμια. Κάτι αργό απλωνότανε στο αίμα μου. Μαγικό, λες.
Όταν πέρασα μπρος από τον οβάλ καθρέφτη, στάθηκε πίσω μου και λίγο πλάι. Τα πρόσωπά μας, σα να διαχέονταν, το ένα μέσα στο άλλο.
Έφυγε γρήγορα. «Θα σου δείξω κάτι», μου είπε. «Ξέρω πως θα σ’ ενδιαφέρει». Άνοιξε ένα μικρό συρτάρι κι έβγαλε έναν φάκελο. «Από τον Άγγλο, τον πρώτο ιδιοκτήτη. Το βρήκε και το αγόρασε στην Αμερική. Χειρόγραφο πολύτιμο, που το φυλάμε από γενιά σε γενιά.» Μου ’δωσε να διαβάσω ένα παμπάλαιο χαρτί. Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν.   
Ήρθε πολύ κοντά μου. Το κεφάλι της σχεδόν ακούμπησε στο δικό μου. «Είσαι ο δέκατος που βλέπει το σπίτι», είπε. «Αλλά ο μόνος που διάβασε αυτό το χαρτί.
Σε ξέρω. Σπίτι παλιό… Παλιά ψυχή, σαν τον παππού. Ίδιες αγάπες. Εγώ, απ’ το σόι της γιαγιάς. Όχι με τη δική τους μοίρα. Τη δική μας δεν την ξέρω… Κι οι πρόβες δεν αποδίδουν. Σχεδόν τίποτα.»
Κάρφωσε το βλέμμα της στο μέτωπό μου. «Χρόνια περίμενα. Εσένα μόνο. Το ξέρεις. Θα μείνεις εδώ, μαζί μου!»
…Σ’ έσφιξα πάνω μου. Σε είδα ξαφνικά γυμνή, να χορεύεις με βήματα απαλά, στο ξύλινο πάτωμα. Σαν ποίηση. Τα πόδια σου, γεμάτα άμμο και μικρά κοχύλια. Αίμα βελούδινη φωτιά. Καταρράχτης. «Πρόβα θανάτου», σκέφτηκα, κι έκλεισα τα μάτια.
«Με ονειρεύεσαι!» ψιθύρισες στ’ αυτί μου, «Με ονειρεύεσαι, ε;!».