Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

"ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ ΤΩΝ ΠΑΠΟΥΤΣΙΩΝ" του ΖΑΧΑΡΙΑ ΣΩΚΟΥ



Λουλούδια πλαστικά ξεθωριασμένα,
στα σίδερα της γέφυρας του Ευήνου,
τον άνδρα εκείνο
τον  άνδρα που  εκεί,
παραμονή της Παναγιάς,
θυμίζουν

Κι όταν ακούστηκε
όπως όταν σίδερα σε σίδερα
σωριάζονται με βία
και σώπασε ως και  το ίσο των τζιτζικιών
όλοι σάστισαν, τι να ’ναι αυτό
και τι το  ανάμεσό τους

Και καθένας σκέφθηκε
που βρίσκονται οι δικοί του,
το ξένο αίμα  φέρνει συμπάθεια
το ίδιο κάτι ακόμα

Και δεν θα πω
για το θέαμα,
μόνο εκείνο το κουρασμένο εκκρεμές,
στον ύπνο μου έρχεται συχνά,
εκείνο το ξέπνοο  το εκκρεμές
σαν κρεμασμένων τα κορμιά
δυό παπουτσάκια παιδικά
στης σχάρας την αγχόνη
δεμένα με κορδόνι αιωρούνταν

Κι ύστερα είπαν
ότι τον άνδρα εκείνο,
τον άνδρα εκείνο με το μηχανάκι,
δυο ανήλικα, έξω απ’ τα Γιάννενα,
και μια μάνα
βάζει τις πέτρες στην ποδιά
τα τρόχαλα στον κόρφο

Υπό έκδοση συλλογή ''Διπλή προσπέραση''. 
Εκδόσεις Μελάνι

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Περί κριτικής και κριτικών

Αναδημοσίευση από: https://stavroslygeros.gr/politismos/peri-kritikis-kai-kritikon/Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος



Ο όρος λογοτεχνική κριτική αφορά στην παρουσίαση και τον σχολιασμό ενός λογοτεχνικού έργου και του συγγραφέα του.  Αρχικά τη συναντούσαμε σε ειδικά περιοδικά ή σε στήλες εφημερίδων σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα από την έκδοση του έργου, έτσι ώστε να διατηρεί την επικαιρότητά του.

Για την ιστορία να αναφέρουμε πως η νεότερη λογοτεχνική κριτική εμφανίστηκε σε λογοτεχνικά περιοδικά της Αγγλίας (Tatler  και Spectator) στις αρχές του 18ου αιώνα. Σε εκείνη τη χρονική στιγμή δεν έλειψαν οι θεωρητικές συγχύσεις (και στη Γαλλία και στη Γερμανία), καθώς ο όρος criticism  ή και literary criticism που πρωτοχρησιμοποιήθηκε συμπεριελάμβανε όλες τις μορφές ενασχόλησης με τη Λογοτεχνία.
Στην Αγγλία ευελπιστούσαν τότε πως μέσω της λογοτεχνικής κριτικής θα επιτυγχάνονταν η πολιτισμική αφομοίωση των ανερχόμενων μικρομεσαίων αστικών στρωμάτων.
Στις μέρες μας η λογοτεχνική κριτική έχει επεκταθεί σημαντικά και δεν προσφέρεται μόνο από τα ειδικά λογοτεχνικά περιοδικά, πολλά από τα οποία  στο μεταξύ έχουν μετεξελιχθεί σε ηλεκτρονικά προσπαθώντας να διατηρήσουν το κύρος και την αίγλη τους.
Στην κοινωνία της πληροφορίας που ζούμε, λογοτεχνική κριτική δεν ασκούν μονάχα οι άνθρωποι των γραμμάτων. Την υπηρετούν, όχι με τον καλύτερο τρόπο, ερασιτέχνες κριτικοί, αυτοαποκαλούμενοι δημοσιογράφοι λογοτεχνικού ρεπορτάζ και διάφοροι διαφημιστές των νέων κυκλοφοριών. Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και δικτύωσης (ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαδίκτυο, facebook κ.ά.) προσφέρουν τον χώρο και επενεργούν μάλιστα άμεσα και δραστικά.

Αντιμέτωποι με την προχειρότητα

Απότοκο της ευρύτερη σύγχυσης είναι να βαφτίζονται ως λογοτεχνική κριτική ακόμα και απλές βιβλιοπαρουσιάσεις. Αυτή η τελευταία μεταμόρφωση της προσδίδει ενίοτε και μία διαφημιστική λειτουργία που συρρικνώνει δραματικά τον αισθητικό της ρόλο και χαρακτήρα. Της κρίσης δηλαδή και της διά-κρισης των λογοτεχνικών κειμένων.
Κι έτσι από τους προβληματισμούς του Kant σχετικά με την υποκειμενικότητα της αισθητικής κρίσης και από τη λειτουργία της κριτικής του Eagleton (The Function of Criticism, 1984) και την αναγωγή της νεότερης κριτικής σε πράξη αντίστασης απέναντι στα απολυταρχικά καθεστώτα, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την προχειρότητα και την υστεροβουλία διαφόρων τυχάρπαστων που απέκτησαν, έστω και τυπικά, βήμα.
Ο Τοντορόφ πάντως στο βιβλίο του «Η λογοτεχνία σε κίνδυνο» (Πόλις, 2013) συστήνει πως καλό θα είναι να διαβάζουμε κάθε βιβλίο στο πλαίσιο της ιστορίας των ιδεών και των λόγων που εισηγούνται κάτι στην κοινωνική αυτοσυνειδησία. Η σημερινή κριτική οφείλει να μην περιορίζεται μόνο στο πώς του βιβλίου. Το πώς είναι σημαντικό, αλλά το θέμα που θέτει ένα βιβλίο είναι εξίσου αν όχι σημαντικότερο.
Ο καλός συγγραφέας μας περνά ανεπαισθήτως από το πώς στο τι και στο γιατί. Και δεν ομιλούμε για ιδεολογικές και ηθικές αγκυλώσεις της κριτικής του παρελθόντος, όταν δηλαδή το καλλιτεχνικό έργο κρινόταν αμιγώς βάσει των πολιτικών του αντιλήψεων. Όμως δεν πρέπει η λογοτεχνική κριτική να φτάνει στο άλλο άκρο. Να αγνοεί τη δυναμική που μπορεί να έχει το λογοτέχνημα διά του θέματος που προτείνει στο αναγνωστικό κοινό και τους ερεθισμούς που αυτό προκαλεί.

Διαχρονική αξία

Ο ρόλος του κριτικού ή καλύτερα του συνειδητοποιημένου και επαρκή κριτικού της λογοτεχνίας δεν είναι διαμεσολαβητικός ανάμεσα στο έργο και στο αγοραστικό κοινό. Δεν ενημερώνει απλώς ή εξηγεί το περιεχόμενο και τη μορφή του λογοτεχνικού έργου. Ούτε αποσκοπεί κατ’ ανάγκη να το κάνει γνωστό στο κοινό, αν και αυτό αποδεικνύεται ενίοτε ιδιαίτερα χρήσιμο. Η λογοτεχνική κριτική έχει διαχρονική αξία, καθώς οφείλει να αξιολογεί τα σύγχρονα αλλά και τα βιβλία που εκδόθηκαν σε παλαιότερες εποχές.
Ο κριτικός λογοτεχνίας κινείται σε ένα ρευστό και διαρκώς αναμορφούμενο γίγνεσθαι όπου η λογοτεχνία υποκαθιστά συχνά τη φιλοσοφία και ο λόγος της επηρεάζει το κοινό αίσθημα. Η λογοτεχνική ανάγνωση ξεπερνά κατά πολύ μία διασκεδαστική πρακτική, καθώς φέρνει σε επαφή τον αναγνώστη με την πολιτική, τη θρησκεία, την ιδεολογία, την επιστήμη, την ηθική και μάλιστα πολλές φορές σε πολλαπλό φόντο· της εποχής του και της εποχής στην οποία αναφέρεται το έργο, των πεποιθήσεών του και των άλλων που διαφωνεί είτε δεν γνωρίζει καν.
Από τη διαρκή αυτή εποικοδομητική συνύπαρξη τίθενται οι βάσεις για να υπερβεί η λογοτεχνική κριτική, ως αυτοσκοπό της, τα προφανή ενδολογοτεχνικά αισθητικά κριτήρια που διερευνά. Ανοίγονται πλέον ορίζοντες και πολιτισμικές συζητήσεις για την πορεία της ανθρώπινης σκέψης και την εξέλιξη της κοινωνίας.
Ασκώ λογοτεχνική κριτική δεν σημαίνει πως περιορίζομαι στην εξιστόρηση της υπόθεσης, στην εξεύρεση των αφηγηματικών φωνών, στον ρόλο και στο ήθος των χαρακτήρων, ή στην ευρηματικότητα της πλοκής και των αποκαλύψεων. Ασκώ λογοτεχνική κριτική σημαίνει προ-κρίνω ποιοτικά έργα που καινοτομούν ιδεολογικά και αισθητικά, που διαμορφώνουν την κουλτούρα της κοινής γνώμης και συμβάλλουν στη ζύμωση των κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών ρευμάτων.

Άξονας πολιτισμικής συνέχειας

Έργα που δίνουν απαντήσεις σε διαχρονικά ερωτήματα, τα οποία κάθε άνθρωπος σε κάθε εποχή θέτει στον εαυτό του και στους άλλους. Ασκώ λογοτεχνική κριτική σημαίνει, ή πρέπει να σημαίνει, συμβάλλω στην επιβεβαίωση ή αναθεώρηση των υπαρχουσών αξιών. Χαράζω έναν άξονα πολιτισμικής συνέχειας.
Το προφίλ ενός κριτικού, η προσωπικότητά του, προκύπτει από τον λόγο του, από τα κείμενά του. Η κριτική που ασκούν οι πνευματικοί άνθρωποι, ανάμεσά τους πολύ συχνά πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, η κριτική των περιοδικών και των εφημερίδων, όλες είναι απαραίτητες και χρήσιμες, καθώς συνιστούν έναν διάλογο που βοηθά τον συγγραφέα να κοινωνήσει το έργο του στο κοινό.
Ο κριτικός διαμεσολαβεί τη σημασία και το νόημα του έργου στον αναγνώστη. Καθώς, όμως, το έργο τέχνης και το λογοτεχνικό κείμενο κατ’ επέκταση είναι -όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Benjamin- αυτόνομο και ετερόνομο μαζί, το περιεχόμενο της αλήθειας του δηλαδή συναρτάται από τον κόσμο και την ίδια στιγμή είναι ένας κόσμος χωριστός, το ζήτημα παραμένει. Πώς ο κριτικός, ειδικά σήμερα, θα ανιχνεύσει αυτή την αλήθεια;
Ένας καλός κριτικός λογοτεχνίας οφείλει να είναι εύστοχος και ριζοσπαστικός. Ανυπάκουος σε στερεότυπα και κατεστημένες αναλύσεις. Μανιώδης αναγνώστης που μπορεί σε περισσότερες από μία γλώσσες να βιώνει και να απολαμβάνει τη λογοτεχνική πράξη. Συγγραφέας, ούτως ή άλλως, που δεν επιζητά παντοιοτρόπως μία πρόσκαιρη δημοσιότητα, ούτε διακατέχεται από ψευδή αισθήματα παντοδυναμίας.
Και ας έχει πάντοτε στο μυαλό του τη ρήση του Blanchot πως ο κριτικός προσέχει να μην υποκαταστήσει αυτό για το οποίο μιλά. Κριτική, δηλαδή, σημαίνει σταδιακή εξαφάνιση του κριτικού λόγου υπέρ του έργου.

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Η κριτική της κριτικής: Ασκήσεις ύφους




γράφει η Νότα Χρυσίνα


Τα τελευταία χρόνια διαβάζουμε παντού παρουσιάσεις βιβλίων. Οι περισσότεροι γράφουν για βιβλία χωρίς να έχουν σπουδάσει λογοτεχνία. Χρειάζεται, όμως, να έχεις κάνει σπουδές πάνω στη λογοτεχνία για να κάνεις κριτική βιβλίου;
Θα απαντήσω πως σίγουρα χρειάζεται διότι η κριτική παρουσίαση της λογοτεχνίας είναι διαφορετική από την βιβλιοπαρουσίαση.
Ας δούμε τι σημαίνει κριτική παρουσίαση της λογοτεχνίας και ποια η διαφορά από την βιβλιοπαρουσίαση.
Η κριτική παρουσίαση της λογοτεχνίας απαιτεί γνώσεις θεωρίας της λογοτεχνίας αλλά και γνώσεις συγκριτικής λογοτεχνίας και κριτικής δηλαδή πολύ καλή γνώση των κριτικών σχολών καθώς και της σύγχρονης λογοτεχνικής θεωρίας. Ο κριτικός πρέπει να μπορεί να παρακολουθεί τις σύγχρονες τάσεις της θεωρίας και να ακολουθεί μία βασική λογοτεχνική τάση με συνέπεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να ερμηνεύει τη λογοτεχνία λαμβάνοντας υπόψη και άλλες θεωρητικές σχολές αλλά η συνέπεια και το ύφος σημαίνουν αξιοπιστία.
Ο Newton στο βιβλίο του "Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα "αναφέρεται στις γραμματολογικές σπουδές του 20ού αιώνα. Αναφέρει λοιπόν ότι από τη δεκαετία του 1960 ξεκίνησαν οι θεωρητικές αναζητήσεις και καλλιεργήθηκαν οι βασικές προσεγγίσεις στη λογοτεχνία.
Το βιβλίο ξεκινάει  από τη συμβολή του Ρωσικού Φορμαλισμού, της Νέας Κριτικής και της Ερμηνευτικής, ακολούθως  ο Newton παρακολουθεί την επίδραση που άσκησαν στην παραγωγή και την προσέγγιση της λογοτεχνίας ρεύματα όπως ο Δομισμός και ο Μεταδομισμός, η Ψυχανάλυση, η Μαρξιστική Κριτική και ο Φεμινισμός, μέσα από τα κείμενα των κορυφαίων εκπροσώπων τους. Ανθολογεί επιπλέον αντιπροσωπευτικά δοκίμια από τα ρεύματα της Θεωρίας της Πρόσληψης, του Νέου Ιστορισμού, του Νέου Πραγματισμού και της Μετααποικιακής Κριτικής.
Δεν θα αναλύσω εδώ τη κάθε προσέγγιση χωριστά – παραθέτω μικρή βιβλιογραφία-δικτυογραφία για τον/την επιμελή αναγώστη/στρια στο τέλος του άρθρου- αλλά ο κριτικός λογοτεχνίας οφείλει να κατανοεί τις παραπάνω σχολές και προσεγγίσεις και να μην διαβάζει τους παραπάνω όρους σαν «κινέζικα».
Από την άλλη όποιος παρουσιάζει ένα βιβλίο κάνει τη λεγόμενη βιβλιοπαρουσίαση και σε αυτήν μπορεί να αναφερθεί στην υπόθεση και σε λίγα τεχνικά ζητήματα όπως η οπτική γωνία, οι τεχνικές όπως ο εσωτερικός μονόλογος αλλά και κάποια άλλα θέματα που τα μαθαίνουμε στο σχολείο. Μπορεί επίσης εάν είναι βιβλιόφιλος να αναφερθεί και σε άλλα βιβλία του/της συγγραφέα και σε σύγχρονους με αυτόν/ην συγγραφείς. Μέχρι όμως εκεί.
Ο κριτικός λογοτεχνίας πρέπει να γνωρίζει το σύνολο, σχεδόν, του έργου του/της συγγραφέα αλλά και της εποχής, του ρεύματος, κινήματος ή τάσης και να μπορεί όχι μόνο να τοποθετήσει το έργο κάπου αλλά και να αιτιολογήσει γιατί το εντάσσει εκεί και κυρίως τι καινούργιο φέρνει αυτό το βιβλίο, εάν φέρνει κάτι καινούργιο, στη λογοτεχνία.
Θα πρέπει επίσης να μας εξηγήσει την πορεία του συγκεκριμένου συγγραφέα και τις αφηγηματικές τεχνικές του καθώς και τις ιδιαιτερότητες που εμφανίζει η γραφή. Με λίγα λόγια η κριτική της λογοτεχνίας χρειάζεται επιστημονική κατάρτιση η οποία αποκτάται κυρίως μέσα από ακαδημαϊκές σπουδές καθώς καλείται να υποστηρίξει τη Θεωρία της Λογοτεχνίας, την Κριτική της Λογοτεχνίας και την επιστήμη της Συγκριτικής λογοτεχνίας.
Στην Ελλάδα υπάρχουν ελάχιστοι κριτικοί λογοτεχνίας που προχώρησαν και την ίδια τη λογοτεχνία παρακάτω καθώς η λογοτεχνική κριτική είναι εξίσου σημαντική με την ίδια τη λογοτεχνία αφού είναι σε έναν διαρκή εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ τους. Η μία δίνει τη σκυτάλη στην άλλη. Σημαντικοί κριτικοί λογοτεχνίας ήταν ο Τέλλος Άγρας, ο Αντρέας Καραντώνης, ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, ο Γιώργος Σαββίδης και σήμερα ο Δημήτρης Ραυτόπουλος κ.ά.
Επομένως, η βιβλιοπαρουσίαση είναι ευχάριστη και βοηθάει το βιβλίο καθώς το κάνει γνωστό και πολλές φορές ελκυστικό στον/στην αναγνώστη/στρια αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον ρόλο της κριτικής της λογοτεχνίας.


Βιβλιογραφία- Δικτυογραφία







Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

«ΣΑΛΑΝΤΙΝ: ένας χαρισματικός ηγέτης»: μεταφράζει η Ελένη Καπετανάκη

Αναδημοσίευση από:http://www.ert.gr/salantin-enas-charismatikos-igetis-metafrazi-eleni-kapetanaki/

Για πρώτη φορά μεταφράζεται στα ελληνικά, άμεσα από την αραβική γλώσσα, ένα σπουδαίο ιστορικό έργο για τη ζωή τού Σαλαντίν, Σουλτάνου Αιγύπτου και Συρίας.Το χειρόγραφο αυτό του Ιμπν Σαντάντ σώθηκε σε δύο αντίγραφα: το αντίγραφο 

του Βερολίνου και εκείνο της Ιερουσαλήμ. Το τελευταίο, που χρησιμοποιήσαμε κι εμείς, είναι πλουσιότερο και βρέθηκε στη Βιβλιοθήκη του Τεμένους του Αλ Άκσα. Το έργο απευθύνεται τόσο στο ευρύ ελληνόφωνο κοινό, όσο και στον στενότερο κύκλο των ειδικών, και φέρει το βάρος και την αυθεντικότητα μιας μαρτυρίας από πρώτο χέρι για τη σημαντική αυτή ιστορική περίοδο.
Πρόκειται για την εξιστόρηση της δράσης μιας μεγάλης προσωπικότητας του αραβικού κόσμου, του Σουλτάνου Αιγύπτου και Συρίας Σαλαντίν (1137/38-1193). Σχετικά με αυτόν έχει γράψει ο Ιμπν Σαντάντ, επιφανής Κούρδος νομικός τού δωδέκατου αιώνα, ο οποίος χρημάτισε στρατιωτικός δικαστής στην αυλή του Σαλαντίν και ήταν έμπιστος φίλος του. Από τη θέση αυτή, παρακολούθησε τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της Γ΄ Σταυροφορίας και τα κατέγραψε στα ημερολόγιά του αμέσως μετά τον θάνατο του σουλτάνου.

Εκτός από τις σπάνιες ιστορίες για τον Σαλαντίν, τις οποίες αφηγήθηκαν άνθρωποι που τις βίωσαν την εποχή εκείνη, και των οποίων την αυθεντικότητα μπόρεσε να ελέγξει ο ίδιος ο συγγραφέας, μιλά για την προσωπική εμπειρία του από τη γνωριμία με τον σουλτάνο, περιγράφει την προσωπικότητα, την ευγένεια και τη μεγαλοψυχία του, ακόμα και απέναντι στους Σταυροφόρους εχθρούς τουΤο αφήγημα φτάνει μέχρι τη δύση της ζωής τού Σαλαντίν και μαθαίνουμε με χρονολογική σειρά τις περιπέτειες, τις μάχες και τις κατακτήσεις του, μεταξύ των οποίων, η νικηφόρα για τον σουλτάνο μάχη του Χαττίν, η μεγάλη μάχη για την ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ από τα χέρια των Σταυροφόρων, η ήττα στο Αρσούφ, αλλά και η μακρόχρονη πολιορκία της Άκρας και της Γιάφα.

Ο σουλτάνος Σαλαντίν, ο Σαλάχ αλ Ντιν Γιούσεφ ιμπν Αγιούμπ όπως είναι το αραβικό του όνομα, γεννήθηκε το 1137/38 στο Τικρίτ του σημερινού Ιράκ. 
Ήταν Κούρδος και σουνίτης, ιδρυτής της δυναστείας των Αγιουβιδών, κι αυτός που οδήγησε τους μουσουλμάνους από τον ποταμό Ευφράτη έως την Αίγυπτο σε πόλεμο εναντίον των Σταυροφόρων με αποτέλεσμα την ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ το 1187. Το ίδιο έτος ο στρατός του Σαλαντίν είχε καταφέρει μια σειρά από νίκες εναντίον των Σταυροφόρων που πυροδότησαν τη μετέπειτα έναρξη της Γ΄ Σταυροφορίας, όπως και η διακήρυξη του πάπα Γρηγορίου του Η΄ ότι η ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους μουσουλμάνους αποτελούσε τιμωρία για τις αμαρτίες των χριστιανών. Οι εμπόλεμοι της λεγόμενης και «Σταυροφορίας των Βασιλιάδων» ήταν ο βασιλιάς Ερρίκος Βʹ της Αγγλίας στην αρχή, και μετά τον θάνατό του, ο βασιλιάς Ριχάρδος Αʹ ο Λεοντόκαρδος, ο βασιλιάς Φίλιππος Βʹ της Γαλλίας και ο αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους Φρειδερίκος Αʹ ΜπαρμπαρόσαΑυτοί ήταν οι βασικοί Σταυροφόροι, μαζί βέβαια και με τους ντόπιους Φράγκους των ακτών, αλλά υπήρχαν και άλλοι που συμμετείχαν με μικρότερο μερίδιο, όπως η επαρχία της Αντιόχειας, η κομητεία της Τρίπολης, τα τάγματα των Ναϊτών, των Ιωαννιτών, το Βασίλειο της Ουγγαρίας, της Αρμενικής Κιλικίας, το Δουκάτο της Αυστρίας, της Βοημίας κ.λπ. Από την πλευρά των εμπόλεμων μουσουλμάνων έχουμε το Σουλτανάτο των Αγιουβιδών, το Σουλτανάτο της Αιγύπτου, τα Εμιράτα της Δαμασκού, της Χάμα και της Μεσοποταμίας, καθώς και το Σουλτανάτο των Ρουμ. Μέχρι το 1192 διήρκεσαν οι συρράξεις οπότε και υπογράφτηκε ειρήνη μεταξύ Φράγκων και μουσουλμάνων, η οποία όριζε ότι οι χριστιανοί μπορούσαν να προσκυνούν ελεύθερα στην Ιερουσαλήμ και οι έμποροι να διέρχονται ελεύθερα από την πόλη, όλοι όμως άοπλοι.
Ένα χρόνο αργότερα πέθανε κι ο Σαλαντίν, σε ηλικία μόλις 55 ετών. Οι έμπιστοι αξιωματούχοι του κατέφυγαν σε δανεισμό για να τον κηδέψουν καθώς ο ίδιος είχε δωρίσει όλα του τα υπάρχοντα στους φτωχούςΚι ήταν κάτι σύνηθες για τον Σαλαντίν αυτό, να μην κρατάει τίποτα για τον εαυτό του. Οι μουσουλμάνοι τον πένθησαν και τέτοιος ήταν ο θρήνος τους που, αντί να μεταβούν στα τεμένη για να προσευχηθούν, εκτέλεσαν τις προσευχές τους κατά ομάδες πάνω στη σορό του. Ο Σαλαντίνπέρασε έτσι στο παγκόσμιο ιστορικό στερέωμα, κερδίζοντας τον σεβασμό Ανατολής και Δύσης για το μεγαλείο της ψυχής του, τον δίκαιο χαρακτήρα και την προσωπικότητά του.

Ελένη Καπετανάκη

του Μπαχά αλ Ντιν ιμπν Σαντάντκυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λιβάνη (σελ. 384, τιμή: 19,95 €) σε μετάφραση από τα αραβικά της Ελένης Καπετανάκη.
Παρουσίαση του βιβλίου στη «Βιβλιοθήκη του Πρώτου» μπορείτε να ακούσετε εδώ.

Απόσπασμα από το βιβλίο:
«Κάποια μέρα που τον συνόδευα στις περιπολίες του απέναντι από τους Φράγκους, πλησίασε ένας ανιχνευτής. Είχε μαζί του μια γυναίκα κατατρομαγμένη, που έκλαιγε και χτυπούσε συνέχεια το στήθος της. Ο ανιχνευτής ισχυρίστηκε ότι η γυναίκα βγήκε από το στρατόπεδο των Φράγκων, ζήτησε να δει τον σουλτάνο, κι έτσι την έφεραν μπροστά του. Ο Σαλαντίν διέταξε τον δραγουμάνο να τη ρωτήσει ποια ήταν η ιστορία της κι εκείνη απάντησε: «Μουσουλμάνοι ληστές μπήκαν χθες στη σκηνή μου και πήραν το κοριτσάκι μου. Όλη τη νύχτα δε σταμάτησα να ζητάω βοήθεια μέχρι σήμερα το πρωί. Οι δικοί μου τότε μου είπαν: “Ο σουλτάνος Σαλαντίν είναι ένας φιλεύσπλαχνος άντρας. Θα σε αφήσουμε, λοιπόν, να βγεις για να του ζητήσεις να κάνει κάτι για την κόρη σου”. Έτσι, ήρθα σε σένα και μόνο από σένα μπορώ πια να μάθω κάτι για το παιδί μου». Ο σουλτάνος συγκινήθηκε από τη δυστυχισμένη. Δάκρυα κύλησαν στα μάτια του και, χάρη στη μεγαλοψυχία του, διέταξε να πάει κάποιος στην αγορά του στρατοπέδου και να ρωτήσει ποιος είχε αγοράσει τη μικρή, να του πληρώσει την αξία της και να τη φέρει πάλι πίσω. Νωρίς το ίδιο πρωί είχαν ακούσει την ιστορία της και δεν είχε περάσει παρά μία ώρα σχεδόν που ο ιππέας επέστρεψε κουβαλώντας το κοριτσάκι στους ώμους του. Μόλις την αντίκρισε η μητέρα, έπεσε στη γη τρίβοντας το πρόσωπό της στο χώμα. Όλοι γύρω αναλύθηκαν σε δάκρυα για όσα είχε η δύστυχη υποφέρει. Εκείνη σήκωσε το βλέμμα της στον ουρανό, αλλά εμείς δεν καταλαβαίναμε τι έλεγε. Της παραδώσαμε το κοριτσάκι κι ύστερα έφυγε για να ξαναγυρίσει στο στρατόπεδο των Φράγκων».
Η Ελένη Καπετανάκη σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως τραπεζική υπάλληλος, την κέρδισε ωστόσο η αραβική γλώσσα και λογοτεχνίαΣήμερα ζει στην Αθήνα και ασχολείται με μεταφράσεις αραβικής λογοτεχνίας και ιστορικών έργων.

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Συγγραφέων




Μετά τις αρχαιρεσίες της 7ης Μαΐου 2017, που έγιναν κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης της Εταιρείας Συγγραφέων για την ανάδειξη μελών διοικητικού συμβουλίου και εξελεγκτικής επιτροπής, και την εισδοχή νέων μελών, τα αποτελέσματα διαμορφώθηκαν ως εξής:

Για μεν το Διοικητικό Συμβούλιο, εξελέγησαν οι Γιώργος Χουλιάρας (Πρόεδρος), Γιώργος Βέης (Αντιπρόεδρος), Αγγελική Στρατηγοπούλου (Γενική Γραμματέας), Ηρώ Νικοπούλου (Ταμίας), Μαρία Κούρση (Μέλος Δ.Σ.), Λιάνα Σακελλίου (Μέλος Δ.Σ.), Μάκης Τσίτας (Μέλος Δ.Σ.), και αναπληρωματικά μέλη οι Μαρίζα Ντεκάστρο και Γιώργος Γώτης.

Μέλη της εξελεγκτικής επιτροπής είναι οι: Ιωσήφ Βεντούρας, Νίκος Δαββέτας και Γιάννης Στεφανάκις, αντεπιστέλλοντα μέλη οι Ντέιβιντ Μέισον, Κρίστοφερ Μέριλ, Κρίστοφερ Μπάκεν και Μαουρίτσιο Ντε Ρόζα, επίτιμο μέλος ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και τακτικά μέλη οι Λεωνίδας Κακάρογλου, Βασίλης Παπαθεοδώρου και Δημήτρης Φύσσας.


Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ (Δύο ομιλίες για τη Λογοτεχνία και το φύλο της)



ΤΟ ΦΥΛΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Ο συνειρμός ήταν αναπόφευκτος. Εξάλλου πάντα προτιμώ να καλύπτω τέτοιου είδους θέματα από τη μεταφυσική τους πλευρά, αφήνοντας προλαλήσαντες και επερχόμενους να τα καλύπτουν από τις υπόλοιπες (τη φιλολογική, την κοινωνιολογική, την ψυχολογική, τη στατιστική κ. λπ.).
Πιστεύω πάντα πως μόνο με το χιούμορ μπορείς να αντιμετωπίσεις, πρώτον, τα απολύτως ακατανόητα που σου συμβαίνουν, π.χ. τη ζωή, και, δεύτερον, τα τελείως αυτονόητα, π.χ. τα προβλήματα των θεωρητικών. Όλες οι ενδιάμεσες κατηγορίες είναι απλούστερες και μπορούν να αντιμετωπιστούν σοβαρά, με κλασσικές επιχειρηματολογίες.

Το φύλο της λογοτεχνίας είναι ένα τέτοιου είδους πρόβλημα και, όπως φαίνεται, θα συνεχίσει να παραμένει πρόβλημα για καιρό ακόμα – μέχρι τουλάχιστον τα επιτεύγματα της γενετικής να καταφέρουν να ανατρέψουν τις ήδη κλονισμένες πεποιθήσεις μας περί της χρησιμότητας του προσδιορισμού του φύλου σε όλα τα είδη γενικά – ενσώματα και ασώματα.      
Το φύλο των αγγέλων, αντιστοίχως, ήταν κι αυτό ένα εξίσου ενδιαφέρον και φλέγον θέμα που προκάλεσε κι αυτό επί αιώνες εξίσου θυελλώδεις συζητήσεις και εξίσου μεγάλους πονοκέφαλους. Το πρόβλημα όμως του φύλου των αγγέλων, κάποτε, λύθηκε. Αν θυμάμαι καλά, αυτό έγινε τον 7ο αι. όταν, στα περιθώρια κάποιας Οικουμενικής Συνόδου (της Ε΄ θαρρώ) οι Πατέρες της Εκκλησίας απεφάνθησαν τελεσίδικα ότι οι άγγελοι είναι αρσενικοί. Δεν υπήρχε περίπτωση να είναι θηλυκοί – εφόσον δεν ήταν ακόμα σίγουρο το αν οι γυναίκες είχαν καν ψυχή. Βεβαίως, θα μπορούσε να είναι αμφίφυλοι ή άφυλοι, κάτι τέτοιο όμως δεν θα ήταν πρέπον… Έτσι, δια της εις άτοπον, αποδείχθηκε ότι οι άγγελοι ανήκουν στο ισχυρό φύλο στο οποίο, όπως είχε αποφασιστεί λίγο νωρίτερα, ανήκε και ο Θεός.

Μάλιστα. Από τον Θεό είναι που αρχίζει ιεραρχικά αυτή η σειρά των μπλεξιμάτων περί του φύλου των διαφόρων υψηλών συλλήψεων ή εκφάνσεων της πνευματικότητας του ανθρώπου (εννοώ λ.χ. τη σύλληψη της ύπαρξης Θεού και  ουρανίων όντων, τις αναζητήσεις της Επιστήμης, τις εκφάνσεις της Τέχνης).
Οι ζαβολιές αρχίζουν από τη στιγμή που αρχίζει να γράφεται το μπεστ σέλερ όλων των εποχών, η Παλαιά Διαθήκη.
Ο Θεός, στο Α΄ κεφάλαιο της Γένεσης (Α,27) , κάπως απρόσεχτα και βιαστικά, κουρασμένος από τον φόρτο εργασίας, δηλώνει προς στιγμήν, αφηρημένος, αμφίφυλος. Και, φυσικά, κάνει και τον άνθρωπο αμφίφυλο: «…και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον· κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτόν.» 
Στο Β΄ όμως κεφάλαιο γίνεται εσπευσμένα η διόρθωση:
Επειδή ουκ ευρέθη τω Αδάμ βοηθός όμοιος αυτώ, ανάμεσα στα υπόλοιπα κτήνη και ερπετά, ο Θεός προχωρά στη γνωστή χειρουργική επέμβαση και αποσπά από τον κορμό του δημιουργήματός του τη μια πλευρά,  ακριβώς όπως ο θεωρητικός αποσπά από τον κύριο «ανδρικό» κορμό της λογοτεχνίας το εξάρτημα της γυναικείας πλευράς: « …και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν ήν έλαβε από τον Αδάμ εις γυναίκα και ήγαγεν αυτήν προς τον Αδάμ…». (Β΄, 22).

Οι συγγραφείς, δηλαδή, επαναλαμβάνουν τη σκηνή της Δημιουργίας, κατά πολύ βελτιωμένη, πιο ζωντανή και με περισσότερη δράση, με σκοπό να σωθεί πάσει θυσία ο ανδρισμός του Θεού, αλλά και του «Ανθρώπου» – ευελπιστώντας ότι δεν θα δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην αντιφατικότητα αυτής της παραγράφου ως προς την προηγούμενη, μέσα στις χιλιάδες των παραγράφων.
Το ότι ο Θεός φέρεται να αντιφάσκει, δεν πειράζει. Είναι συνηθισμένο, απολύτως φυσικό: Αντιφάσκω γιατί είμαι απέραντος – όπως δηλώνει και ο Ουίτμαν για τον εαυτό του, και όπως ισχύει πάντα για τον οποιοδήποτε μεγάλο ποιητή.
Είχαν δίκιο οι συγγραφείς. Κανείς ποτέ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία…

Ας αντιπαρέλθουμε λοιπόν κι εμείς αυτή την πρώτη ζαβολιά με τον Θεό, ας αντιπαρέλθουμε και τη δεύτερη με τους αγγέλους. Τώρα πρέπει να επικεντρώσουμε στην τελευταία, που αφορά τον δαίμονα της Λογοτεχνίας και την πραγματική του φύση – εφόσον, βασικά, αυτό είναι το θέμα μας… Ή μάλλον, το θέμα σας. Εγώ, θα το καταλάβατε, το βαριέμαι λίγο, γι’ αυτό – όπως ακριβώς στο σχολείο – μπαινοβγαίνω και είμαι κυρίως εκτός θέματος. 

Τέλος πάντων, ας τεθεί για μια ακόμα φορά το ρητορικό ερώτημα αν πράγματι υπάρχει λογοτεχνία ανδρική και γυναικεία. Και ας απαντήσω, προς στιγμήν σοβαρά:

Η Λογοτεχνία, σε πείσμα των Πατέρων της Λογοτεχνίας – δεν είναι ούτε αντρική ούτε γυναικεία ούτε παιδική ούτε γκέι. Είναι, απλώς, κατά περίπτωση, καλή, μέτρια ή κακή.
Ο συγγραφέας, ούτως ή άλλως, αναγκάζεται να είναι πότε άντρας, πότε γυναίκες, πότε, πότε γέρος άφυλος. Ποτέ δεν υποδύεται ένα μοναδικό, ατόφιο πρόσωπο γιατί είναι ταυτόχρονα και ο δημιουργός και ο πρωταγωνιστής και οι κομπάρσοι και ο παρατηρητής και ο σχολιαστής του κόσμου του. Αλλάζει αδιάκοπα περσόνες – μάσκες τραγωδίας, καρνάβαλου, εντάφιες, παιχνιδιού, ληστείας, περσόνες που συνοψίζουν ανθρώπινες ψυχολογικές καταστάσεις, και μετακινεί διαρκώς τα διεστώτα στοιχεία, τα συναρμόζει και τα οργανώνει σχηματίζοντας κάθε φορά κάποιο άλλο, λίγο ή πολύ αναγνωρίσιμο, παζλ.

Μίλησα προς στιγμήν σοβαρά. Αν θέλω, όμως, να είμαι συνεπής προς το πνεύμα μου, πρέπει να κλείσω στο πνεύμα που άρχισα, χρησιμοποιώντας και πάλι κώδικες φύλου:
η προσωπική μου εμπειρία με κάνει να μη μπορώ παρά να παραδέχομαι κι εγώ τελικά πως ο δαίμονας της Λογοτεχνίας διαθέτει, εκτός των άλλων, και ένα απίστευτο αριθμό νοητών αναπαραγωγικών οργάνων– προς γονιμοποίηση ή προς απλή ευχαρίστηση. (Ο εξοπλισμός του αυτός περιγράφεται ως Η κατάρα και η ευλογία του δώρου του Λόγου.)
Διορθώνω, λοιπόν:
Η Λογοτεχνία είναι πανηδονήστρια. Εκδίδεται δε και συνουσιάζεται αμερόληπτα, ανεξαρτήτως του φύλου των συγγραφέων και των αναγνωστών, κατά τις επιθυμίες και κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός.


Ομιλία στο ΠΑΠΟΚ, 1988;







ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ ΠΟΤΕ: «Ο ΑΝΔΡΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ»;
Ή
Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

         
Τα περί «γυναικείας λογοτεχνίας» είναι από τα πράγματα που μου προκαλούν μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων: από αλλεργία και ανησυχία μέχρι κατάθλιψη και θυμό. Και για να το αντιμετωπίσω, αναγκάζομαι να επιστρατεύσω όλες μου τις δυνάμεις, δηλαδή το χιούμορ μου. Αυτό λοιπόν θα κάνω και τώρα, αφού επικαλεστώ πρώτα και το δικό σας χιούμορ…

Τι θα λέγατε, ας πούμε, να αντιστρέψουμε τους όρους του παιχνιδιού; Είμαι σίγουρη πως κι εσείς αισθάνεστε τόσο άσχημα όσο κι εγώ, διαπιστώνοντας ξαφνικά πως όλοι και όλες ασχολούνται αποκλειστικά με τη Γυναικεία Λογοτεχνία! Κανένα Συνέδριο δεν έχει γίνει ποτέ ούτε κι έχουν γραφτεί άρθρα, μελέτες, δοκίμια, διατριβές για την Ανδρική Λογοτεχνία και για τον Άνδρα Λογοτέχνη ή για τα προβλήματα της Ανδρικής Γραφής.
Δεν είναι άδικο; Κάποιος επιτέλους πρέπει να ασχοληθεί λίγο και μ’ αυτό το παραμελημένο, περιθωριακό και περίεργο είδος που οι καημένοι οι άνδρες καλλιεργούν με πείσμα, και που αγωνίζεται να υπάρξει, έστω και ως αδύναμη παραφυάδα στον κορμό του γραπτού λόγου, δηλ. της γυναικείας λογοτεχνίας.

Προσφέρομαι ιπποτικά να θέσω τα ερωτήματα και να παραθέσω τα επιχειρήματα, κατασκευάζοντας και τις απαντήσεις.

Ερώτημα πρώτο: Υπάρχει Ανδρική Λογοτεχνία;
Απάντηση: Ναι. Είναι σχεδόν σίγουρο πως υπάρχει. Παρόλο που, όπως είπαμε, δεν έχουμε στοιχεία ή μελέτες, και οι θεωρητικοί υποκρίνονται πως αγνοούν το θέμα, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε αυτή την πιθανότητα, βασιζόμενοι στα εξής επιχειρήματα:
Ένα: Το γράψιμο, ως γνωστόν, απαιτεί ιδιαίτερη μυϊκή δύναμη.
Δυο: Το γράψιμο, ως γνωστόν, απαιτεί όρχεις.
Τρία: Το μολύβι ή το στυλό, ως γνωστόν, είναι καθαρά φαλλικά σύμβολα. Επίσης, το πληκτρολόγιο είναι δέκτης – υποκατάστατο παθιασμένων, καθαρά αρσενικών, δακτυλικών κινήσεων συνεχούς σεξουαλικής παρενόχλησης.

Ερώτημα δεύτερο: Υπάρχει Ανδρικός Λόγος;
Απάντηση: Και πάλι μπορούμε να πούμε, σχεδόν με βεβαιότητα, ναι. Είναι γνωστές οι εκφράσεις, «ο άνδρας έχει λόγο» και «ο άνδρας κρατά το λόγο του».

Ερώτημα τρίτον: Διαφέρει ο Ανδρικός λόγος απ’ τον Γυναικείο;
Απάντηση: Σίγουρα. Αλλά είναι κάτι σαν αυτό που περιγράφεται ως «ζωγραφική με το πόδι» ή «με το στόμα». Στην περίπτωσή μας το όργανο στο οποίο αναφερόμαστε είναι, προφανώς, κάποιο άλλο.
Και χρησιμοποιώ αυτή την παρομοίωση γιατί, όπως ξέρουμε, ο άνδρας είναι άτομο με ειδικές ανάγκες (λόγου χάρη έχει ανάγκη από την ησυχία του για να γράψει και ανάγκη άμεσης και διακριτικής ικανοποίησης των καθημερινών του αναγκών, προς αποφυγή περισπασμών).

Ερώτημα τέταρτο: Ποια είναι τα προβλήματα της Ανδρικής Γραφής;
Απάντηση: Είναι πολλά… Σκεφτείτε μόνο πως ο άνδρας ζει σ’ ένα ανελέητο, ανταγωνιστικό γυναικοκρατούμενο κόσμο (μητέρα, σύζυγος, πεθερά, κουνιάδες, θείες, κόρες, αδελφές, εξαδέλφες, ερωμένες, καθαρίστριες, μανικιουρίστες). Αντιμετωπίζεται σαν πολίτης β΄ κατηγορίας, δεν έχει τις ευκαιρίες που έχει μια γυναίκα να αναδειχτεί, είναι απομονωμένος, κλεισμένος συνήθως μέσα σ’ ένα γραφείο ή σ’ ένα αυτοκίνητο ή σ’ ένα καφενείο ή σ’ ένα γήπεδο, καταπιέζεται… Έχει ακόμα το δυσβάσταχτο βάρος της ευθύνης για την παρακολούθηση των πολιτικών εξελίξεων και της διεθνούς οικονομικής πολιτικής…
Όλα αυτά, επιδρούν βεβαίως στον ψυχισμό του, και εάν τελικά, παρά τις αντιξοότητες, καταφέρει να παράξει έργο, αυτό σίγουρα θα είναι προϊόν μιας βασανισμένης προσωπικότητας, με συναισθηματικές διαταραχές, και θα πρέπει να κρίνεται με συμπάθεια, συγκατάβαση και κατανόηση.

Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπουμε το κυριότερο, το πιο φοβερό πρόβλημα  του άνδρα λογοτέχνη: το ότι είναι αναγκασμένος να επιδίδεται στην ανδρική του γραφή χρησιμοποιώντας τη μητρική του γλώσσα κι όχι την πατρική!
Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι που τον κάνει να αντιδρά κομπλεξικά και να επιζητεί ειδική μεταχείριση…

Αυτά, λοιπόν, είχα να πω με δικά μου λόγια.
Πάντως, σε περίπτωση που δεν έγινα κατανοητή, κλείνω εξηγώντας περαιτέρω – με δικά σας λόγια – και συνοψίζοντας:

Η Τέχνη είναι μία. Και την υπηρετούν εξίσου καλά, εξίσου κακά, εξίσου μέτρια και εξίσου απαράδεκτα οι εκπρόσωποι και των δυο – συγνώμη, και των τριών φύλων…

Κομοτηνή, 1992