Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Ένας ευάλωτος κόσμος σε μια ευαίσθητη ισορροπία «Άντρας που πέφτει»

γράφει η Διώνη Δημητριάδου*


διηγήματα του Νικόλα Σεβαστάκη
εκδόσεις Πόλις


[…]
Στο γιατρό του που τον ρώτησε «πώς αισθάνθηκε κατά τη στιγμή της πτώσης», έδωσε την απάντηση ότι αποχωρίστηκε το σώμα του προσπαθώντας να ανοίξει μια τρύπα σε ένα πυκνά πλεγμένο σύρμα, σε ένα είδος διχτυού.
«Σαν να βρισκόμουν, γιατρέ, και στις δυο μεριές του φιλέ… Με καταλαβαίνετε;»

Στα όρια μιας πραγματικής (όπως αυτή παραπάνω)  και μιας συμβολικής πτώσης  βρίσκονται οι ήρωες των διηγημάτων του Νικόλα Σεβαστάκη. Ή μήπως ο κόσμος είναι που ανατρέπεται μαζί με όσα τον κρατούσαν όρθιο; Ελπίδες, αισιοδοξία, όνειρα. Μπορούν να επιβιώσουν μέσα σε ένα σκηνικό αργής σήψης; Οι ήρωες αυτοί είναι εικόνες που αποτυπώθηκαν στη μνήμη του συγγραφέα, που ανταποκρινόμενος στον ρόλο του (η γραφή απαιτεί πρωτίστως εναργή συνείδηση που παρατηρεί και καταγράφει) αποκόπτει πρόσωπα και σκηνές από το γύρω υπαρκτό σκηνικό, κατόπιν δημιουργεί ένα νέο, δικό του, και εντάσσει το υλικό του εκεί μέσα σε αγαστή συνύπαρξη. Κάπως έτσι οι ήρωες αυτοί είναι απολύτως αληθινοί, με τα λόγια τους να απηχούν τις προσωπικές μας σκέψεις:
[…]
«Εμείς δεν ήμασταν έτσι», ψιθυρίζει στο μαξιλάρι της, πριν ναρκωθεί για τα καλά στον ύπνο δίχως όνειρα, στον ύπνο της κουρασμένης ανθρωπότητας.

Αυτή η σύντομη γραφή, το διήγημα, πόσο πιστά μπορεί να αποδώσει την πραγματικότητα γύρω μας; Αν κάποιος είναι συνηθισμένος στην πρόσληψη της συνολικής εικόνας, έτσι όπως αποτυπώνεται στη μεγάλη αφήγηση (το μυθιστόρημα) με δεδομένη ωστόσο την προϋπόθεση μιας σοβαρής επεξεργασίας του μυθοπλαστικού υλικού που έχει στα χέρια του ο συγγραφέας, ίσως θεωρήσει ελλιπή την εικόνα που προλαβαίνει να αιχμαλωτίσει η μικρή φόρμα του διηγήματος. Από μια άλλη όμως οπτική γωνία, γίνεται φανερό ότι αυτή η αποσπασματική σε πρώτη ματιά σκηνή μπορεί να αποδώσει όλη τη συγκίνηση, όλη την έκφραση συναισθημάτων του ήρωα και μάλιστα μέσα στον λίγο χώρο αφήγησης και στον ελάχιστο χρόνο ανάγνωσης που διαθέτει. Το αν φυσικά κερδίζει τον αναγνώστη σχετίζεται κυρίως με την ικανότητα του συγγραφέα να απομονώνει τα άξια λόγου από όσα τον περιτριγυρίζουν και να τα αποδίδει με τη γνώση του σύντομου χαρακτήρα του εγχειρήματός του.
Στα συγκεκριμένα διηγήματα έχεις την αίσθηση ότι όσα έπρεπε να ειπωθούν είναι σοφά ακουμπισμένα στις σελίδες τους. Στο τέλος της ανάγνωσης νιώθεις ότι θα καταστρεφόταν η ισορροπία της ιστορίας, αν κάτι ακόμα γραφόταν. Για παράδειγμα, στο τέλος του εξαιρετικού διηγήματος που δανείζει τον τίτλο του σε όλη τη συλλογή, ο άντρας που πέφτει φθάνει στη διατύπωση της σκέψης (ήδη αναμενόμενη αυτή από τον αναγνώστη) ότι:
Η Αμαλία δεν είναι πια η πρώην γυναίκα του, αλλά η βασική ιδιότητα των πραγμάτων που τον περιστοιχίζουν, η ονομασία της πραγματικότητας. Καθώς τινάζει τη σκόνη απ’ το μπατζάκι του, νιώθει τη δύναμη της φωνής της: κομμάτια από το παρελθόν μπερδεύονται στα πόδια του, αλλά εκείνος πρέπει να προχωρήσει, πρέπει να προχωρήσει κόβοντας δρόμο.


Κάπως έτσι στέκεσαι, όσο το μπορείς, απέναντι στις αντιξοότητες της ζωής σου. Και κάπως έτσι σηκώνεσαι και περπατάς ίσια πάλι, χωρίς να σκοντάφτεις και να πέφτεις. Οι ήρωες των διηγημάτων ανησυχούν για
την τροπή που πήραν τα πράγματα στον κόσμο μας
έρχονται αντιμέτωποι με τις προσωπικές τους απώλειες αφήνοντας να σπάνε
τα νερά της μνήμης
και διατηρούν μια φιλοσοφημένη στάση απέναντι στα αναπάντητα γιατί που σταθερά επανέρχονται, μια που αποδεικνύονται ίσως πιο αδύναμοι από όσο πίστευαν. Αυτούς τους ανθρώπους που περιγράφει εδώ ο Νικόλας Σεβαστάκης νιώθεις να τους αγαπάς, να κατανοείς τις εμμονές τους και να συμμερίζεσαι τον πόνο τους όταν καταρρέουν. Ίσως γιατί είναι ο κόσμος που καταβυθίζεται συμπαρασύροντας και τους αβέβαιους βηματισμούς τους. Έτσι ο τίτλος του διηγήματος (αλλά και ολόκληρης της συλλογής) «Άντρας που πέφτει», έχει πια διπλή σημασία. Αυτός ο άντρας, ο άνθρωπος εν γένει, πέφτει κατά μια φυσική ακολουθία. Το ενδιαφέρον στη ματιά του συγγραφέα βρίσκεται στην προσπάθεια που κάνει για να σηκωθεί, να ανασυγκροτήσει τον μικρόκοσμό του πρώτα και κατόπιν να αναρωτηθεί αν μπορεί να αλλάξει και το περίβλημα. Δύσκολη υπόθεση, όπως εικαστικά υπογραμμίζεται και από την εύστοχη εικόνα του εξωφύλλου. Τα μεγέθη είναι άνισα, ο άνθρωπος μικρός. Η πτώση παραμονεύει ως ενδεχόμενο σε κάθε στραβοπάτημα. Κι όμως σε αυτά τα πρόσωπα που απομονώνει η ματιά του Νικόλα Σεβαστάκη βλέπεις μια διάθεση ζωής, έναν αντίλογο στη μίζερη και ζοφερή πραγματικότητα. Μάταιο όλο αυτό; Ίσως. Δεν μπορώ, ωστόσο, να μη μεταφέρω εδώ τρεις σειρές από το «Τέλος εποχής», το μεγαλύτερο διήγημα και το πλέον  δηλωτικό της ευάλωτης ατομικότητας, που δίνουν αυτό το ψήγμα ελπίδας:
Δεν του άρεσε του εννιάχρονου το γράψιμο και ο μπαμπάς της προσπαθούσε μάταια να της εξηγήσει την ομορφιά ενός μολυβιού που κινείται πάνω στο λευκό χαρτί όπως το πέδιλο του χορευτή στον πάγο.
Η απόλυτη ομορφιά, η γοητεία του χαμένου πια, να επανέρχεται εν είδει διδαχής, έστω και μάταιης. Ίσως αυτός ο κόσμος να μην έχει χάσει εντελώς την ελπίδα του.



Διώνη Δημητριάδου

Η Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία και δίδαξε σε δημόσια λύκεια. Ασχολείται με τη συγγραφή και με την κριτική λογοτεχνίας. Βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νοών». Συμμετείχε σε συλλογικές εκδόσεις (εκδόσεις Σιδέρης, Μικρές εκδόσεις, Διάνυσμα). Έχει στο διαδίκτυο το προσωπικό ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»

Η Γενικότερη σημασία του χρώματος των Ματιών


γράφει ο Διονύσης Λιάρος*



Ως Φυσιογνωμιστής και γιατρός, γνωρίζω τις σχεδόν απίστευτες (μικρές, βέβαια) διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων με βάση το χρώμα των Ματιών τους. Τις οποίες έχω επιβεβαιώσει επανειλημμένα από την άμεση παρατήρηση. Δεν είμαι όμως πρόθυμος εδώ να επεκταθώ όταν ο οιοσδήποτε φίλος μπορεί να βρει αυτά που λέω στο φατσοτεφτερο.
 Εδώ ξεκίνησα να γράψω μια σύντομη περίληψη του Μυθιστορήματος του Τόμας Χάρντι ΔΥΟ ΓΑΛΑΖΙΑ ΜΑΤΙΑ, διερωτώμενος πώς έβαλε αυτόν τον τίτλο που με ενδιαφέρει για κάποια πρόσωπα του στενού μου κύκλου. Έχω πει ότι ο Χάρντι είναι πολύ σημαντικός (ο Κωστής Παλαμάς τον αγαπούσε πάνω κι από τον Ντοστογιέφσκι ή τον Ουγκώ ή τον Μπαλζάκ). Όταν διάβασα τον ΤΖΟΥΝΤ ΤΟΝ ΑΦΑΝΗ (1896) κατάλαβα τον Στρατή Τσίρκα που αποδίδει μερικά σημαντικά Ποιήματα του Καβάφη στον Χάρντι. Περιέργως ΔΕΝ συσχετίζει το ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΩΤΑΤΟ ποίημα "Τελειωμένα" (που ΚΑΝΕΙΣ δεν έχει καν θεωρία σε τι αναφέρεται) με τα 4 αδικοχαμένα παιδάκια του Τζουντ. -Το μεγάλο αυτοκτονεί με θηλιά αφού πρώτα πνιγεί από οίκτο τα 2 αδελφάκια του. Το έμβρυο της Σου φυσικά αποβάλλεται όταν αντικρίζει το αποτρόπαιο θέαμα, καθώς νοιώθει υπεύθυνη. Διότι κανείς δεν τους νοίκιαζε δωμάτιο ως ΑΣΤΕΦΑΝΩΤΟΥΣ, αλλά αυτή έλεγε στον μεγάλο "μάς βρίσκουν π ο λ λ ο ύ ς"...
Η Γαλαζομάτα Ελφρίντε Σουανσκωρτ(=αυλή Κύκνων) στα 17 της φλέρταρε πολύ αθώα μ' έναν Φέλιξ. Αυτός πέθανε από χτικιό, φυματίωση, που ήταν τότε συνήθης αιτία θανάτου. Η Χήρα μάνα του νεαρού την κατηγορεί ότι ΑΥΤΗ τον πέθανε εγκαταλείποντάς τον. Έτυχε νάχει ερωτευθεί τον Στέφεν Σμιθ, αγνό παλληκάρι, αλλά πολύ χαμηλότερα στην ΤΑΞΙΚΩΤΑΤΗ Αγγλία. Στην οποία ακόμα βασιλεύει το Ταξικό Μίσος (Class hatred) όπως στην Ινδία ή το Ισραήλ.
Κι ενώ το σκάνε για 24 ωρες για να παντρευτούν εν αγνοία των δικών της(όπως είχε κάνει η γιαγιά της!) γυρνάει πίσω αστεφάνωτη γιατί δεν είχε τα "κότσια" μέχρι τέλους. (Η Αμφιθυμία των Γυναικών παίζει μεγάλο ρόλο στον Χάρντι).
Ο Στέφεν φεύγει για να προκόψει στην Ινδία και να παντρευτούν όταν θάναι "κάποιος". Εν αγνοία όλων αυτή μπλέκει με τον Λογοτεχνικό Κριτικό Knight(=Iππότη) χωρίς να ξέρει ότι είναι, στα 32 του, ο "Δάσκαλος" των όσων Λατινικών και Αρχαίων Ελληνικών του 20χρονου Στέφανού της.
Καθώς σιγά-σιγά όλα βγαίνουν στο φως. Ο Νάιτ νοιώθει υποχρεωμένος να την αφήσει. Ο νεαρός γυρνάει θριαμβευτής. Θα την παντρευτεί. Τα πράγματα έρχονται έτσι που ο Νάιτ ξαναμπαίνει στη μέση ως υποψήφιος. Φτάνουν με το ίδιο τραίνο να την ζητήσουν. Αλλά παρευρίσκονται στην Κηδεία της. Είχε μαραζώσει και παντρεύτηκε τον Λόρδο Λουελλιαν(όπως είχε κάνει η Γιαγιά της) επειδή αρχικά, την αγάπησαν τα παιδιά του (ήταν Χήρος). Πέθανε από Εξωμήτριο Κύηση.
Οι δυο παρ' ολίγον Σύζυγοί  της, πιάνονται ανγκαζέ και περπατάνε αμίλητοι.

* Ο Διονύσης Λιάρος είναι ψυχίατρος

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Περί ορίων, συνόρων και μοίρας

γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*
Αναδημοσίευση από: Τα ΝΕΑ / ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ

Ρίτσαρντ Φορντ, Καναδάς, σελ. 559, μετάφραση Θωμάς Σκάσσης,  ΠΑΤΑΚΗΣ 2014

Ο Ρίτσαρντ Φορντ περιγράφει την βίαια ενηλικίωση ενός δεκαπεντάχρονου και την φυγή του πέρα από τα καναδικά σύνορα, πραγματευόμενος ζητήματα ταυτότητας, απώλειας και αποδοχής της ζωής


Παράδοξος τίτλος για ένα βιβλίο που δεν είναι ταξιδιωτικός οδηγός. Υπάρχει βέβαια η αρχετυπική τριλογία Η.Π.Α. του Ντος Πάσσος, Ο Ήρεμος Ντον του Σολόχωφ και κάποια άλλα,  αλλά γενικά σπανίζουν τα μυθιστορήματα που έχουν τοπογραφικούς προσδιορισμούς στον τίτλο τους και  μάλιστα μονολεκτικούς. Ειδικά ο Καναδάς παραείναι μεγάλη χώρα για να συμπυκνώσει μια αφήγηση με περιγραφικές αξιώσεις. Είναι αχανής, διακρίνεται από ένα βόρειο εξωτισμό, έχει απέραντες παγωμένες εκτάσεις, εκατοντάδες αυτόχθονες φυλές, χιλιάδες λίμνες και σχεδόν ανέγγιχτες δασικές εκτάσεις. Η χώρα ακολουθεί ήπια εξωτερική πολιτική αν και συμπαρατάσσεται ιστορικά με τον δυτικό πολιτισμό, δέχεται λογής λογής κατατρεγμένους, ακολουθεί με συνέπεια μια φιλοτριτοκοσμική αναπτυξιακή  πολιτική. Ο Καναδάς είναι και δεν είναι Αμερική, κι αυτό είναι ίσως το σημείο εκκίνησης του μυθιστορήματος του Ρίτσαρντ Φορντ. Είναι το οικείο μέσα στο ανοίκειο.  

Ο μικρός ήρωας και αφηγητής του βιβλίου, ο δεκαπεντάχρονος τότε Ντελ Πάρσονς,  αποδρά ακούσια στον Καναδά όπου τον μεταφέρει μια συνάδελφος της μητέρας του για να τον παραδώσει στα χέρια του αδελφού της. Ο λόγος;   Οι γονείς του  βρίσκονται στη φυλακή μετά από μια ένοπλη ληστεία τραπέζης που επιχείρησαν σε μια μικρή πόλη της Βόρειας Ντακότα – μάλιστα η μητέρα του σύντομα θα αυτοκτονήσει. Δεν πρόκειται ωστόσο για ένα κοινό ζευγάρι εγκληματιών και τίποτα πάνω τους δεν προδιαθέτει για το βλακώδες έγκλημα που θα διαλύσει την οικογένειά τους. Βετεράνος πιλότος βομβαρδιστικού, ο αισιόδοξος, καλαμπουρτζής πατέρας του Ντελ και της δίδυμης αδελφής του, της Μπέρνερ, αγωνίζεται να προσαρμοστεί στη μεταπολεμική ζωή υπηρετώντας σε διάφορες αμερικανικές βάσεις ανά την επικράτεια. Η σύζυγος, Εβραία και δυσπροσάρμοστη διανοούμενη που ονειρεύεται να γράψει ποίηση, τον ακολουθεί αναγκαστικά σ’ αυτές τις μετακινήσεις, ελάχιστα προσπαθώντας να προσαρμοσθεί στα τοπικά κοινωνικά δεδομένα. Ως αποτέλεσμα, η τετραμελής οικογένεια διατηρεί μεν τις εσωτερικές της ισορροπίες αλλά δεν επικοινωνεί με τον περίγυρό της και δεν έχει κοινωνική ζωή, ειδικά στον τελευταίο τους σταθμό, το Γκρέητ Φολλς της Μοντάνα, που εμφανίζεται συχνά στα έργα του Φορντ.
    Ώσπου ο επιφανειακός, καλόκαρδος πατέρας αποστρατεύεται για σκοτεινούς λόγους  με μια μικρή σύνταξη, αποτυγχάνει σε ποικίλα επαγγέλματα και εμπλέκεται σε μια κομπίνα τροφοδοσίας του στρατού με κρέας από κλεμμένες αγελάδες – παραδοσιακή πρακτική των ινδιάνων Κρή της περιοχής. Βρίσκεται να χρωστά χρήματα, απειλείται, νοιώθει στριμωγμένος και πείθει την γυναίκα του να διαπράξουν τη ληστεία για να ρεφάρουν. Θα ακολουθήσουν όλα τα πιθανά σχεδόν φαρσικού τύπου σφάλματα, που αν δεν δίνονταν με την γεμάτη σοφία αργόσυρτη φωνή του υπό συνταξιοδότηση πλέον Ντελ θα προσιδίαζαν περισσότερο σε γκαγκστερική κωμωδία. Το αντίθετο όμως, εδώ έχουμε ένα πραγματικό δράμα: τα παιδιά στερούνται τους γονείς τους, βρίσκονται ολομόναχα σε ένα άδειο σπίτι εν αναμονή της Πρόνοιας, χωρίς εξήγηση γι αυτό που τα βρήκε, διερωτώμενα τι είναι αυτό που ανατρέπει τις ζωές των ανθρώπων από τη μια στιγμή στην άλλη, αιφνιδιασμένα από την μετατροπή των γονιών τους σε εγκληματίες.
    Το πρώτο αυτό μέρος του βιβλίου είναι ταυτόχρονα ένας ύμνος στην Άγρια Δύση της δεκαετίας του  ’60 σε χαμηλούς υπόκωφους τόνους, με μακρινούς απόηχους από τα μεγάλα γεγονότα που συμβαίνουν ανά τον πλανήτη. Οι μεγάλες επίπεδες πεδιάδες, ο ποταμός Μισσούρι που διασχίζει το Γκρέητ Φολλς, οι οριοθετημένες ζώνες  όπου ζουν οι απομένονντες Ινδιάνοι, η ζωή της μικρής πόλης, ξεδιπλώνονται στη μνήμη του εν είδει μεγάλου χάρτη όπου σταδιακά γεμίζουν τα κενά. Ο αφηγητής Ντελ ζει επί μισό  αιώνα παντρεμένος αν και άκληρος στο Γουίννιπεγκ του Καναδά. Η Μπέρνερ  έχει αποδράσει λίγο μετά τη φυλάκιση των γονιών αλλά  δεν θα ξεφύγει ποτέ από τη μοίρα της ξεριζωμένης. Και ο Ντελ θα ζήσει το δεύτερο, πρακτικά αυτόνομο μέρος του βιβλίου όταν διασχίζοντας απέραντα σταροχώραφα μια αυγουστιάτικη μέρα του 1960 θα βρεθεί άθελά του από την άλλη μεριά των συνόρων, στην γειτονική καναδική επαρχία του Σασκάτσιουαν.
    Καναδάς λοιπόν αλλά για την ακρίβεια ένα πολύ μικρό μέρος του Καναδά, χαμένο στο πουθενά, όπου ο ξεριζωμένος, χωρίς οικογένεια νεαρός θα βρεθεί να συμβιώνει με ένα παράξενο μιγάδα Ινδιάνο και το αφεντικό του, έναν άλλο φυγάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου καταζητείται για μια βομβιστική ενέργεια. Θα δουλέψει εντατικά για να κερδίσει τη ζωή του στο ξενοδοχείο του αφεντικού, θα  συνοδεύσει κυνηγούς στο καρτέρι της αγριόχηνας, θα ανακαλύψει τη ζωή στις απέραντες ανοιχτές εκτάσεις, θα νοσταλγήσει τη μαθητική του ζωή, το σκάκι και τη μελισσοκομία που ήταν οι αγαπημένες του ενασχολήσεις. Τα χτυπήματα της μοίρας θα πάρουν εδώ διαστάσεις εμπνευσμένες πιθανότατα από τον Κόρμακ ΜακΚάρθι όταν ο φυγάς ξενοδόχος θα δολοφονήσει δύο διώκτες του και θα χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του μικρού Ντελ για την τέλεση του εγκλήματος και την εξαφάνιση των πτωμάτων. Σε αντάλλαγμα ο Ντελ θα διαφύγει από την κόλαση της ερημιάς αυτής για να παραδοθεί σε μια ανάδοχη οικογένεια και να ακολουθήσει την λίγο πολύ φυσιολογική ζωή του δασκάλου μέχρι να ξανασυναντήσει την ετοιμοθάνατη αδελφή του στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου.
    Και ο Καναδάς που βρίσκεται σε όλα αυτά; Ίσως στη συμβολοποίηση της φυγής υπό τη μορφή της σωτηρίας. Ίσως στη διαπίστωση ότι το κακό μπορεί να παραχθεί παντού και ότι αν σε βρήκε ήδη μια φορά οι κακοτυχίες σου μπορεί να μην έχουν τέλος.  Ίσως στην μυθολογία του πιονιέρου που ενδημεί ακόμη στο Νέο Κόσμο. Εντέλει μπορεί να πρόκειται απλώς για ένα συγγραφικό στοίχημα ανασύστασης ενός γεωγραφικού χώρου που δεν έχει προσφέρει πολλά στη συλλογική φαντασία και που ο Φορντ θέλει να του προσδώσει νόημα. Και ασφαλώς ο Καναδάς εντάσσεται στην κατηγορία αυτή των βιβλίων που ανασυνθέτουν μια ολόκληρη ζωή προσπαθώντας να βρουν μια ηθική πυξίδα και να παραδώσουν ένα πρότυπο αποδοχής της ζωής  στους νεότερους.
   Σε ελεγειακούς χαμηλόφωνους, στοχαστικούς  τόνους, το βιβλίο θα κέρδιζε πολύ αν ο Ρίτσαρντ Φορντ συνέδεε σφιχτότερα τις δύο σχεδόν αυτόνομες ιστορίες του ένθεν κακείθεν των συνόρων και αν δεν επέφερε τόσο πολλές ντικενσιανές ατυχίες στους ώμους του έφηβου ήρωά του. Θα κέρδιζε ακόμη περισσότερα αν έκοβε καμιά εκατοστή σελίδες σε σημεία όπου οι αναδρομές του αφηγητή πλατειάζουν και αντιγράφουν τον εαυτό τους. Και αν βεβαίως αιτιολογείτο καλύτερα η σύνδεση των δύο αυτόνομων ιστοριών του βιβλίου μέσω ίσως της ενοχής ή της μοίρας.


Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To τελευταίο του βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφορεί από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.

ΣΤΑΘΗ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΜΙΚΡΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ [ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ]


Επόμενος τοις αγίοις πατράσι, υικώς προσφέρω το κείμενο ως ανάθημα στην Πλατωνική και Αριστοτελική σκέψη, που πρώτη έθεσε την παρακαταθήκη του στοχάζεσθαι εν τω ποιείν…
Ό,τι ακολουθεί αποτελεί συνέχεια της δημοσίευσης στο CANTUS FIRMUS του Πρώτου και Δεύτερου Μέρους αυτού του ΜΙΚΡΟΥ ΧΡΟΝΙΚΟΥ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ, [ Βλ. ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟhttp://cantfus.blogspot.gr /2016/09/blog-post_18.html?
  και αντίστοιχα ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ : http://cantfus.blogspot.gr/2016/09/blog-post_30.html?spref=fb]. Η παρούσα δημοσίευση αποτελεί το τρίτο και τελευταίο μέρος αυτής της προδημοσίευσης μέρους από το εκτενές σύγγραμμά μου σχετικά με τη λογοτεχνική, λεγόμενη, θεωρία ή προσφυέστερα ορολογικά, κατ’ εμένα, με τη θεωρία της Γραφής και της Ανάγνωσης.

«…Άλλα από τα κείμενα για τα οποία ήδη έκανα λόγο είχαν κάποτε δημοσιευθεί σε περιοδικά κυρίως και τώρα πια θα είναι δυσεύρετα νομίζω. Άλλα είναι παντελώς αδημοσίευτα και κλεισμένα στα συρτάρια μου για χρόνια, τελώντας σε παντελή άπνοια. Σχεδόν, μάλιστα, μισολιωμένα. Αυτό το αδιάφορο θάψιμο είναι κάτι που με χαρακτηρίζει νομίζω. Με αφήνει έκθετο κι απροστάτευτο. Κυρίως δίχως μετοχές. Δίχως πονταρίσματα. Μού κόβει τους κάβους των προσδοκιών και με κάνει περισσότερο θάλασσα ή πλεούμενο παρά σάρκα. Με αφήνει να παραμένω παιδί. Να παίζω και να εγκαταλείπω στο τέλος τα παιχνίδια προς άγρα νέων αθυρμάτων για την πάντα διατακτική αύριο. Τόσο που κάποτε να νιώθω τύψεις σχεδόν για το άκομψο τής εγκατάλειψης. Ουσιαστικά, αν το καλοσκεφτώ, είμαι περισσότερο ερέθισμα παρά σχεδίασμα. Περισσότερο εκσπερμάτιση παρά προφύλαξη. Περισσότερο αυτάρκεια ή αυτοτέλεια παρά περιφορά και σουρτούκεμα. Περισσότερο ατερμάτιστος παρά κεφαλαιοποιημένος. Αν δεν λαθεύω, η ΓΡΑΦΗ πρέπει να αρέσκεται σε τέτοιες συμπεριφορές. Σε τέτοιες στάσεις. Αισθάνομαι πως αντιπαθεί τους τοκιστές. Όσο για τους τοκογλύφους που την περιτριγυρίζουν και δείχνουν να την αλώνουν, δεν το συζητώ…». ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ
       Εν τούτοις, τα νοήματα εκπίπτουν, κενοποιούνται, αποσαθρώνονται. Εντούτοις, η Γλώσσα αστοχεί και αφήνεται, κείται, πάνω στο Κείμενο ανικανοποίητη, διψασμένη στην καλύτερη περίπτωση, αν όχι ριζικά άκυρη, αταύτιστη,
 ξώφαλτση. Μια από τις αιτίες που προκαλούν αυτή την απονοημάτιση του Νοήματος είναι αυτή τούτη η άφευκτη και a priori αποτυχία να παγιδευτεί το Απαγίδευτο. Αφού, αν παγιδευόταν θα έπαυε αυτομάτως να είναι Απαγίδευτο. Αυτή η αποτυχία έχει ως ρίζα και καταβολή της την ίδια την Πράξη του Γράφειν και ακολούθως του Αναγινώσκειν !!! Η λειτουργία της Γραφής και της Ανάγνωσης, ουσιωδώς, επιτελείται κοσμοποιητικά. Από την κοσμοποίηση προέρχεται και στην κοσμοποίηση απολήγει, βαίνει, κορυφώνεται. Και εκεί συναντά, ταυτοχρόνως, και την κενοποίησή της, τη βασιλεία του Κενού . Εν ταυτώ και εν τω άμα, όπως αποκαλύπτεται και παγιδεύεται το Απαγίδευτο δια της συγγραφικής μετατοπίσεως των εξωκειμενικών οντοτήτων, έτσι και στη στιγμή Αποκρύπτεται και παραμένει Ανάγρευτο, αφού η κίνηση μετατόπισης των οντοτήτων είναι ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ και κίνηση συστάσεως Νέου Κόσμου ! Το παραπέτασμα άνοιξε στιγμιαία για να κλείσει αυτομάτως στη στιγμή. Κόσμο επιζητεί το Απαγίδευτο για να κρυφτεί και να μην αγρευθεί, Κόσμο του παρέχουμε για της (νέας) συγγραφικής και αναγνωστικής Πράξεως ! Ο απομεμακρυσμένος Κόσμος του «σύννεφου» και των «μαλλιών» της κοπέλας, κατέστη και πάλι (νέος) Κόσμος, όπου τα απομακρυσμένα συνέγγισαν, συνεισήλθαν, συνουσιάστηκαν, συμπλέχτηκαν. Μα, ωστόσο, Κόσμος ! Αν το Απαγίδευτο κρυβόταν μη θηρευόμενο στο εξωκειμενικό «γλωσσικό» σχήμα «σύννεφο – μαλλιά κοπέλας», τώρα κρύβεται, εκ νέου μη θηρευόμενο οριστικά, στο ενδοκειμενικό σχήμα «μαλλιά κοπέλας σύννεφο», που αφαιρώντας απλώς μια διαχωριστική παύλα (…) συστήνει ένα νέο Κόσμο. Καθώς φαίνεται, η κίνηση κενοποιεί, το άνοιγμα αποκρύπτει, η διαύγαση επανασυσκοτίζει, το φως γνοφούται. Μολαταύτα, για να φανούμε δίκαιοι, οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως αυτό το στιγμιαίο άνοιγμα, αυτό το στιγμιαίο, ακριβέστερα, ανοιγοκλείσιμο, ΑΡΚΕΙ. Είναι απολύτως επαρκές για να σπάσει ο πάγος του Μυστηρίου, χωρίς να
απομυστηριοποιείται, όμως, το Μυστήριο, και για να υπάρξει άφθονη τροφή προς βρώση των νοημάτων, της αναγνωστικής και ερμηνευτικής λειτουργίας, και της συγγραφικής λειτουργίας και προσπάθειας.
 Το (ευγενές) λάκτισμα στα οπίσθια του Απαγίδευτου, δια της Γραφής, έχει αρκετή δύναμη ώστε όχι μόνο να θρέψει πεινασμένες γενεές για Νόημα, Κάλλος, Αποκάλυψη, αλλά και για να αποσπάσει, αναποσπάστως, τμήματα του Απαγίδευτου και να τα εγκαταστήσει διαπαντός στον Κόσμο, να τα μεταποιήσει σε … ενδοκειμενικό εξωκείμενο !!! Και λέγοντας «ενδοκειμενικό εξωκείμενο» εννοώ ότι το νέο Σώμα που ξενίζει τα κρυπτογραφημένα κομμάτια του Απαγίδευτου και το οποίο συνηθίζουμε να αποκαλούμε «Βιβλίο», προστίθεται στον ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ Κόσμο, ως ένα ακόμη και καινούργιο ον, το οποίο θα λάβει, …πιθανώς, υπόψιν η αναμενόμενη νέα άγρα, που θα συμβεί κάποια στιγμή σε ένα ενδοκείμενο, το οποίο θα ακολουθήσει, φυσικά και μοιραία κι αυτό, την προδιαγεγραμμένη πορεία εξωτερικοποίησής του, αντικειμενοποίησης του.
         Θα επαναλάβω, για μιαν ακόμη φορά, επόμενος τοις αρχαίοις, ότι «πράξις θεωρίας επίβασις», και ακολούθως δεν μπορεί να στηριχθεί μια θεωρία με τρόπο αφηρημένο, παρά μόνο βάσει παραδειγμάτων. Αποσπώ, όχι με μεγάλο κόπο και πολύωρη αναζήτηση ομολογουμένως, ένα εμβληματικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που το διαφιλονικεί και ο θεολογικός χώρος. Πρόκειται για το «Άσμα Ασμάτων».
 Στο Κείμενο αυτό οι  οντότητες α) του «οίνου», β) των «αρωμάτων», γ) τα «σκηνώματα Κηδάρ», δ) οι «τρυγόνες», ε) αι «περιστεραί», στ) το «κρίνο» κλπ κλπ δίχως τελειωμό, συζευγνύονται με την οντότητα του Σώματος της Νύφης ή εκείνη του Σώματος του Νυμφίου. Η πρόσμιξη αυτή πλάθει ένα νέο Κόσμο, αναδεικνύει την εγγενή πλαστικότητα του «εξωκειμένου», της κοσμικής πραγματικότητας, και πλαστουργεί, μέσω της αναδιάταξης των οντοτήτων, Νέα Πραγματικότητα. Ωστόσο, ό,τι άνοιξε έκλεισε ταυτόχρονα και αυτοματικά !... Ό,τι Νόημα ξεχύθηκε, δια της αναδιατακτικής Γραφής, τόσο Νόημα, αντιστοίχως, αποκρύφθηκε, κλείστηκε, εχάθη εξαιτίας αυτής τούτης της αναδιάταξης !!! Κι αυτό είναι και ιστορικά πρόδηλο, ιδού : μεγάλη μερίδα αναγνωστών θεωρεί το Κείμενο ακραιφνώς λογοτεχνικό και «κοσμικό» και ως τέτοιο το προσλαμβάνει και πολύτροπα το αναπαράγει. Αντίστοιχα, μεγάλη μερίδα αναγνωστών το κατατάσσει στο θεολογικό πεδίο και σε συγκεκριμένο θρησκευτικό χώρο μάλιστα. Ημέτερος μάρτυρας αυτής της διχοστασίας, το προλόγισμα του Σεφέρη στη μεταγραφή του Κειμένου, που ο ίδιος εκπόνησε. Δεν έχει κανείς παρά να ρίξει μια ματιά εκεί για να διαπιστώσει την αδιαφορία του Σεφέρη για τις εσχατολογικές, εκκλησιολογικές και θεολογικές προεκτάσεις του Κειμένου. Με άλλα λόγια, από μόνη της αυτή η αναγνωστική
 (ερμηνευτική, προσληπτική) διαφοροποίηση μαρτυρεί για το νοηματικό ΚΛΕΙΣΙΜΟ του κοσμοποιητικά Νέου Κειμένου. Η άπλετα χυμένη μελάνη ερμηνειών και προσλήψεων του Κειμένου μαρτυρεί για το εγγενώς κρυπτικό και γριφώδες του. Όμως, αυτό που μας απασχολεί εδώ δεν είναι ουσιαστικά και κυρίως αυτό. Αυτό το θεωρούμε πολύ πιο επιφανειακό από το πρόβλημα που θέτει η ίδια η αναδιάταξη, η ίδια η νεοφανής κοσμοποίηση του Κόσμου. Η παγίδευση αυτή του Απαγίδευτου, που ως τέτοια (!) το καθιστά, εν τω άμα, και οριστικά Απαγίδευτο ! Και τι εννοώ ; Ομολογουμένως, εκλύθηκε φως με τη σύζευξη «αγαθοί μαστοί σου υπέρ οίνον» ή «οφθαλμοί σου περιστεραί» και παγιδεύτηκε το Απαγίδευτο, παραμερίστηκε το παραπέτασμα και αναδύθηκε νόημα, μέθη, διαύγαση. Ωστόσο, όσο φως ξεχύθηκε τόσο και απεκρύβη, καθότι ουδείς πια μπορεί να ισχυρισθεί πως ο νέος Κόσμος «περιστερομάτια» και «οινομαστοί» δεν συνιστά έναν νέο Κόσμο προς ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ, έναν σκοτεινό Κόσμο (…) που αποζητεί την (αναγνωστική ή συγγραφική) ερμηνεία για να περιλάμψει γύρω του (εκ νέου) φως. Ο νέος αυτός Κόσμος πρέπει να συνταχθεί γραμματικά, όπως θα συνέβαινε και στο πεδίο της πρωτογενούς (μη λογοτεχνικής) Γλώσσας. Πρέπει να αποκτήσει τις γραμματικές του δομές, τις συντακτικές του δομές, τις σημασιολογικές αποσαφηνίσεις του, ώστε να καταστεί προσιτός, ερμηνεύσιμος, προσληπτικός. Όμως, αυτό δεν μπορεί ποτέ να καταστεί δυνατόν ει μη μόνον καθ’ έκαστη αναγνωστική προσέγγιση, αφού όση η πληθυντικότητα των αναγνώσεων, τόση ανάλογα και η πληθυντικότητα των νοημάτων και τόση ανάλογα και η πληθυντικότητα των Κόσμων. Το Νόημα έχει αναδυθεί πρόχειρο και προ οφθαλμών μας και κυριολεκτεί : «οινομαστοί». Ωστόσο, το άπειρο βάθος του Λόγου των σημημάτων και της εκλύσεως του πυρηνικού φορτίου των στοιχειωδών λεκτικών σωματιδίων είναι τέτοιο, ώστε μόνον ο ίλιγγος υποδέχεται τις προσεγγίσεις και συνακόλουθα το σκότος περιλάμπει και ηγεμονεύει στο νέον αυτόν (κειμενικό) Κόσμο.             
7.
Ο χρόνος για τη ΓΡΑΦΗ αποτελεί κύριο πιάτο. Η ΓΡΑΦΗ σού υπενθυμίζει ολημερίς πως είσαι εκπρόθεσμος, σχεδόν ληγμένος ! Κι αυτό είναι κάτι που κατατρώει σπλάχνα. Η Γραφή ; 
Ίσως μέσα στη λέξη να κρύβονται οι ακριβέστερες άλλες λέξεις όπως : η ζωή, το πυρ, η επιθυμία, η λύσσα, ο καταιγισμός, η πλημμύρα, το ανεπαρκές, τα φτερά, ο καρδιακός παλμός… Όλα τους εν ησυχία διατελούντα, εν τέλει. Ησυχία βρασμού. Μόνον αυτά τα ολίγα ; Όχι. Η ΓΡΑΦΗ έχει το προσόν να σε τραβά όπου εκείνη θέλει. Όχι όπου θέλεις εσύ. Δήθεν κάτοχος κάποιας σαφούς πρόθεσης, ενός υπερφυούς οράματος, τής εντέλειας κάποιου υπέροχου σχεδίου. Η κλήση γίνεται για να προσπαθήσεις, και να καταφέρεις ίσως, να αφεθείς (σκέφτομαι πως ο Λακάν θα συμφωνούσε πλήρως μ’ αυτό). Να βγεις εκτός υπολογισμού. Να παίξεις, ας πούμε, … κβαντικά. Δηλαδή, υπάρχοντας διπλός και τρίδιπλος πάνω σε έναν άξονα και στον ίδιο χρόνο. Ισορροπώντας στην ανισορροπία. Μέσα στον ρειμάνειο γεωμετρικό κόσμο τής Γραφής. Εννοώ πως από τη μια ισορροπείς πάνω στη σύλληψή «σου» και από την άλλη εκτρέπεσαι, ανισορροπείς, στην απομάκρυνση απ’ αυτήν τη σύλληψη, στους χώρους εκείνους που η λειτουργία τής ΓΡΑΦΗΣ έχει αποφασίσει να ορίσει. Κάποτε, μάλιστα, όπως έγραφα παλαιότερα σε μια σημείωσή μου, είναι ακριβώς η αντίθετη κίνηση (παντός είδους και προπαντός πάντοτε σωματικώς…[να προσεχθεί, ιδιαιτέρως, αυτό το επίρρημα. Βοηθώ λίγο : ας ανατρέξει ο αναγνώστης αυτού του κειμένου στη βαλεριανή θεώρηση του Σώματος εν σχέσει με τη Γνώση…]) προς τη δηλωμένη συγγραφική επιθυμία, που σε κάνει να καταφέρνεις να χτυπάς διάνα το στόχο !... Μάλιστα, διάνα… ανύποπτα ουσιαστικά. Δηλαδή, μη μπορώντας καλά-καλά να τη δεις, να την προσδιορίσεις, να την ξέρεις αυτή την κίνηση. Μια «διάνα» που σε έσχατη ανάλυση δεν φαίνεται ! Ίσως είναι, τελικά, το ΓΕΓΟΝΟΣ ενός θέματος, που το νυστέρι τής ΓΡΑΦΗΣ ορίζει με τρόπους απροσδόκητους στον γράφοντα.
Καθώς δεν γίνεται να ξεφλουδίζουμε μόνοι μας τα γεγονότα, τα ξεφλουδίζει η γραφική εκτροπή για μας και από εμάς. Εν τέλει δεν ορίζεις. Ορίζεσαι. Υπακούς σε κάθε είδους… σφήνα τής ΓΡΑΦΗΣ. Ειδικά κατά τις διαρκείς κι ανυποχώρητες συνθήκες… ταχυπαλμίας. Ταχυπαλμίας ; Είναι αυτή η σωστή λέξη ; Πιθανόν. Ωστόσο, προσφυής και η λέξη… βροχή. Ναι, βρέχει. Και μάλιστα καταρρακτωδώς.
 Και για να ακριβολογήσω, έβρεχε  συνεχώς καταρρακτωδώς, απ’ ό,τι θυμάμαι, σ’ όλη μου τη ζωή. Ίσως το ίδιο να συμβεί και στο μέλλον. Πάντως το παρόν αντιγράφει πιστά την παρελθοντική καταρρακτώδη υδατόπτωση. «Βροχή, βροχή ταξιδεύει πάνω απ’ τα κεφάλια μας», έλεγε ο Tranströmer στο ποίημά του «Σχέδιο του 1844». Βροχή που επελαύνει πάνω στα κεφάλια μας, παραφράζω εγώ. Κι ο δικός μας ο Ελύτης «…και χορταίνεις χορταίνεις χορταίνεις βροχή». Και λόγω βροχής η πρόκληση τής ταχυπαλμίας να ανταποκριθείς στην (συγγραφική/αναγνωστική) πρόσκληση να γίνεις μουσκίδι. Και δεν αποφεύγω, έτσι, να σκεφτώ : μια ιδιότητα τής βροχής πρέπει να είναι ότι ανεβάζει την …πίεση, ότι προκαλεί ταχυπαλμία. Βροχή ;… Μα δεν εννοώ άλλο από όλα αυτά τα κύματα ιδεών, πόθων, ενασχολήσεων, πεδίων, ενδιαφερόντων, συναντήσεων, γνωριμιών, που, απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, με τραβούν διαμελίζοντάς με, ως πάντοτε οφείλει να πράττει η ΓΡΑΦΗ (αλλά και το Αναγινώσκειν για τους αναγνώστες…), στα τέσσερα σημεία  τού ορίζοντα. Εξ ου και η… ταχυπαλμία. Αφού, πόσον ορίζοντα να προφτάσει να γευθεί κανείς ; Πόσο να προλάβει ; Πόσο πιστός να φανεί σε κάθε σημείο του ; Πόσες κουρές να κάνει ομνύοντας στις μοναδικότητες που ορίζει το σταυρικό σχήμα του ; Βρέχει. Βρέχει πολύ. Τουλάχιστον για μένα. Και δεν συνηθίζω να κρατώ αλεξίβροχο. Αφήστε που φορώ, μονοφόρι, ένα κοντομάνικο κι αυτό φθαρμένο. Μουσκεμένος μέχρι το κόκκαλο. Παπί. Έτσι, όπως και σε άλλο σημείο είπαμε λοιπόν : η ΓΡΑΦΗ (ας μην ξεχνούμε τις προαναφερθείσες συνδηλώσεις…) τραβά, σύρει, διαμελίζει, ωθεί σε κύλισμα… Και ο Γραφιάς είναι Γραφιάς αν υπάρχει εθισμένος στις βαλίτσες, όπως ο Ακριθάκης. Σε αλυσίδες, μάλιστα, βαλιτσών και σ’ όλα τα δυνατά χρώματα και τις  αποχρώσεις τους. Με προτιμητέο περισσότερο, κατά συνθήκη (;), το ερυθρό.
 8.
Προφανώς, εκτός από μύστες είναι και πεισματάρικα τα χειρόγραφα, σκληραγωγημένοι αθλητές, παντός καιρού οντότητες και ευπροσάρμοστες στο περι-βάλλον υπάρξεις. Κι έτσι, είναι ολοφάνερο πως η ενέργεια τού ανθρωπίνου είναι αρνείται να υποταχθεί, να υποκύψει, να συνθηκολογήσει, συμπαρασύροντας σ’ αυτή της τη μοίρα και την ίδια την ύλη, που πάνω στο πανάγιο άρμα της κάποτε φιλοξενήθηκε. Και η ενέργεια αυτή μπορεί, υπό μία έννοια και θέαση, υπό μια προσανατολισμένη παρατήρηση, να λεχθεί, να ορισθεί, ως γραφική (ο αναγνώστης θα διευκολυνόταν εδώ στην κατανόηση αν έφερνε στο νου του τις ντερριντιανές θεωρίες). Ο άνθρωπος είναι γράφειν/γράφεσθαι (και αναγινώσκειν, βεβαίως, …γραφικώς. Ας θυμηθούμε εδώ τον Πλάτωνα και την, εν τέλει, Παν-(συν)-γραφική θεωρία του, ακόμη και για το Ομιλείν…). Γενικώς. Πολυτρόπως. Και αφού το γράφειν φανερώνεται ανυπότακτο, βούλεται την ανυποταξία στη φθορά, όπως οι μοίρες των (λογής…) χειρογράφων συμμαρτυρούν, θα πρέπει, συνεπώς, το ΓΡΑΦΕΙΝ να σημαίνει ένα πράγμα : απόλυτο αίτημα αθανασίας. Κι αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε το συμπέρασμα είναι ένα : η ριζική ανθρώπινη επιθυμία, που δηλώνεται για μια ακόμη φορά τώρα με τον τρόπο τού γράφειν, είναι η αθανασία. Κι αν αυτό είναι το υπόρρητο αίτημα τής Γραφής, τότε κάθε υποστολή αυτού τού αιτήματος, μέσω μιας πλαστογραφημένης και ψευδεπίγραφης ταπεινοφροσύνης και… (εκσυγχρονιστικής…) φυσικότητας, που αρέσκεται στη μείωση των μεγεθών εξαιτίας τού πυγμαίου αναστήματός της, συνιστά μια μικροαστική και αστική παραχάραξη (ψυχοπνευματικά). Άλλωστε, είναι γενικά γνωστοί οι δύο αυτοί διαβόητοι  
παραχαράκτες. Κοντολογίς, αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε προκύπτει πως το δημιουργείν είναι το ανθρώπινο είναι. Ως φαίνεται, η διάθεση να είσαι διαθέσιμος (στην ελευθεροποιητική εκτροπή του γράφειν και αναγινώσκειν…), η διάθεση στη διαθεσιμότητα , που σε άλλα κείμενα έχουμε θίξει, σε ανταμείβει με άνοιγμα, διεύρυνση, σκέψεις, αισθήσεις και εγκυρότερες θεάσεις τής Πραγματικότητας, που σε άλλη περίπτωση θα διάβαινες δίπλα της ως γνωστός της ενδεχομένως, όμως όχι ως μέτοχος. Ή θα διάβαινες ως παράλληλη ευθεία, όχι όμως τεμνόμενη. 
9. Η Τάξη των συναντήσεων, διασταυρώσεων, αλληλεπιδράσεων, αλληλοεισχωρήσεων, αφού ο κόσμος είναι δομημένος στη ΣΧΕΣΗ και η σχέση συντελείεται, ενεργείται, μεταξύ προσωπικών υποκειμένων. Το Ευρίσκειν-Αποκαλύπτειν
 (αναγνωστικά/συγγραφικά) αδιαφορεί τόσο για την επίδρασή του πάνω στον δέκτη του - μια και οφείλει να δηλωθεί, να φανεί, να επιπέσει, να αλλοιώσει -, όσο και για την μέχρι τη στιγμή τής Αποκάλυψης κατάστασή του, την οποία αντιπαρέρχεται επιδεικτικά. Ο πολεμικός (ο οποίος μάλιστα παρουσιάζεται υπό τα κατηγορήματα τού πατρικού, γεννητορικού) ηρακλείτειος λόγος και ο, υπό μία συνάδουσα μ’ αυτά οπτική, εμπεδόκλειος λόγος τού Νείκους, μπορεί, στον ορίζοντα που θέτουν οι παραπάνω σκέψεις, να προσλάβει έναν πιο βαθύ, ίσως, χαρακτήρα, οπωσδήποτε όμως κάπως πιο συγκεκριμένο. Φυσικά, η οπτική που ενδιαφέρει εδώ είναι αυτή τού ενός σκέλους τής δυάδας τού Ακραγαντίνου, - τού Νείκους δηλαδή. Ο Εμπεδοκλής θεωρώ πως πλαντάζει περισσότερο από τον παρμενίδειο ενισμό παρά από τον ηρακλείτειο πλουραλισμό, αν τελικά μπορεί να προσγραφεί αυτός ο όρος στην ηρακλείτεια φιλοσοφία. Ο Ακραγαντίνος νιώθει να κόβονται ευκαιρίες πραγμάτωσης μες στη μονάδα, ευκαιρίες που ήδη έχει βιώσει και καλούν να τις ονοματίσει. Μολαταύτα, και για να είμαστε ακριβείς, όταν ο Εφέσιος ομιλεί περί τής πατρότητος πάντων και κατονομάζει φυσικό τους πατέρα τον πόλεμο, είναι σχεδόν τόσο μονιστής όσο και οποιοσδήποτε οπαδός τού πλέον αυστηρού μονοθεϊσμού. Ωστόσο, θεωρώ πως ακόμη και το αρμονικό και φιλόξενο μεταβολών και εύφορων καταστροφών
 εμπεδόκλειο ζεύγος δεν είναι ο έσχατος λόγος περί Πραγματικότητας. Κρίνω πως και τα δύο, η φιλότητα και το νείκος, δηλαδή στα καθ’ ημάς η συγγραφική (ή άλλη…) εξακολούθηση ενός δρόμου και η παρέκκλιση απ’ αυτόν, προβάλλονται πάνω σε ένα πιο βαθύ επίπεδο, σε μιαν άλλην αρχή. Εκείνη τής θεοείκελης ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, που αφορά στην τελείωση, ολοκλήρωση, σωτηρία τού όντος. Στο σώον αυτού. Κι εδώ εμπλέκεται το ζήτημα τής βουλήσεως. Εννοώ πως με φόντο την Ελευθερία, που άλλο δεν σημαίνει από ουσιαστική αναστολή, αποσάθρωση, αφλογιστία κάποιου σκέλους τής δυάδας ή ακόμη και των δύο (!), αναιρείται η απολυταρχική νομοτέλεια τού εμπεδόκλειου ζεύγους, η καταναγκαστικότητά του αν θέλετε, και προβάλλει η αίρεση, το αιρείσθαι, η δύναμη κάποιου που θέλει να μην ακολουθήσει την ευκαιρία των αποδομήσεων (Νείκους) ή να μη θελήσει την επίσης ευκαιρία των αναδομήσεων (Φιλότης) και να ενεργήσει αντίθετα από τη νομοτέλεια του ζεύγους, αποδεικνύοντάς το ανενεργό και εκμηδενισμένο.

Έλεγα σε άλλο κείμενό μου για τη λειτουργία τής Γραφής και Ανάγνωσης πως τα κείμενα κείνται. Είναι κάπου… ερριμένα. Κείνται-επί. Ουσιαστικά, είναι πτώματα. Έχουν κατεβεί. Έχουν πέσει. Η αρχική τους πτώση είναι η πρωτογενώς δημιουργική, δια τής δημιουργικής ενέργειας τού Γραφέα, επί τινος ύλης (…). Και μόνον. Εκεί το πίπτειν είναι ακόμη γλαφυρό, απαστράπτον, άρτιο. Όμως, η υπερφυής αυτή πρώτη γέννα κάτινος, που γεννώμενο κείται (!) και πίπτει, ουδόλως είναι επαρκής. Έστω κι αν πρόκειται για περικαλλή δαγκωνιά στα οπίσθια τού Αναφούς ! Οφείλεται στο ήδη πτώμα, στο ήδη επί ύλης πεσμένο, να …ξαναπέσει. Τώρα πια σε χέρια. Σε ζώντα οργανισμό και όχι σε άψυχη ύλη. 
Αν δεχτούμε, φυσικά, την τελευταία ως τέτοια. Για να διατηρηθεί κάτι πρέπει, ως φαίνεται, να περιέλθει, να περιπέσει, στο πεδίο των σφυγμών. Όμως, αυτοί είναι γενικά ασταθείς. Και η μοίρα τού κειμενικού πτώματος είναι ευθέως ανάλογη προς την ρέουσα ευστάθεια ή αστάθεια των σφυγμών τού χεριού στο οποίο θα πέσει.
Εν τέλει τα παντός είδους κείμενα, τα ευρισκόμενα πτώματα, που κείνται μονίμως επί κάτινος (ύλης και στη συνέχεια επί τινος αχθοφόρου αυτών…), είναι  αφορμές εκτροπών από τη λογής συγγραφική πρόθεση (ας θυμηθούμε πως οντολογικώς ο άνθρωπος είναι συγγραφή, είναι (συγ)γράφειν…) για χάρη και δόξα τής ίδιας τής ζωής, δηλαδή τής Ελευθερίας. Και αν αληθεύουν, συνταυτιζόμενα, συσσωματούμενα, με τη Ζωή-Ελευθερία, τότε αυτό μπορεί να αποδειχθεί από το πόσο δεξιωτές αντινομίας είναι (!). Από το πόσο είναι προδότες των τίτλων τους (!). Από το πόσο απροκαθόριστα ολισθαίνουν από τους αρχικούς σχεδιασμούς (!). Δηλαδή, από το πόσο ΑΝΟΙΚΤΑ είναι εν τέλει, καθώς ΑΝΟΙΧΤΟΣ και μόνον είναι ο ισοκράτης τους : η Ζωή-Ελευθερία. Εκεί, στην λελογισμένη εκτροπή - ιδού μια περικαλλής σχοινοβασία -, τα κείμενα/πτώματα αποβαίνουν αληθινά ζώντα ! Τα (αληθινά) κείμενα δεν γράφονται κυρίως κατά σχεδιασμό και πρόθεση. Αυτό δεν πρέπει να το λησμονούμε. Γράφονται, κυρίως, κατά εκτροπή και ολίσθημα. Αφού, άλλωστε, αυτές είναι οι πραγματικές τους αιτίες. Ακόμη περισσότερο που έχουν ως γενέθλια χώρα τους τη αφετηριακή εκτροπή που  
χαρίζει μιαν Εύρεση. Κοντολογίς, πιστεύω πως όποιος επιθυμεί να εισέλθει ειλικρινά στην πυριφλεγή διαδικασία τού γράφειν/γράφεσθαι (και αναγινώσκειν/αναγινώσκεσθαι), οφείλει όχι μόνο να γνωρίζει πως η ΓΡΑΦΗ επέρχεται μετά από συνειδητές απώλειες των συνειδητών μας προθέσεων, που συμβαίνουν άσχετα με τη βούλησή μας, αλλά και να επιδιώκει συνειδητά αυτές τις απώλειες αφήνοντας τες ελεύθερες να τον επισκεφθούν, αφού δηλώνει βουλητικά διαθέσιμος στην εκτροπή, ή αν θέλετε ακριβέστερα στη συνάντηση τής πλέον κατάδικής του μοίρας, τού πλέον προσωπικού του προσανατολισμού, που συμβαίνει πλειστάκις να μάς είναι άδηλος και άγνωστος κι ωστόσο να βαδίζουμε πάνω του χωρίς ακόμη, όμως, περιλαμπή φωτισμό, τον οποίο θα πρέπει να αναμένουμε έξωθεν. Ιδού η συνηγορία στα ανωτέρω τής ακόλουθης ευαγγελικής περικοπής : «…ιδόντες δε τον αστέρα εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα» (βλ. Ματθ. β΄10), όπου τονίζω, ολότελα εμφατικά, εκείνο το σφόδρα, που δικαιολογεί το άνευ ορίων, που αυτοδικαίως δηλώνεται με την αληθή εκστατικότητα. Οι Μάγοι είναι οδεύοντες-επί-σκοπού, ωστόσο εισέτι  πλανώμενοι. Μόνο με την έξωθεν Αποκάλυψη-Εύρεση συναντούν τον πόθο τους. Αρκεί, όμως, να είναι διαθέσιμοι να υπακούσουν, να σταθμίσουν, και κυρίως να ΠΕΙΣΘΟΥΝ. Φυσικά, για να μπει κανείς στη διαδικασία εκτροπής, να μπει στην περιπέτεια να βουληθεί να χαθεί, θα πρέπει, ως εχέφρων και με (αυτο)κριτική διάθεση κινούμενος, 
να  έχει κεφάλαιο (όπως οι Μάγοι) να διαθέσει, να χάσει, να εκτρέψει. Δεν γίνεται να διατεθείς προς απώλεια προσφέροντας έναν κενό εαυτό. Έναν εαυτό που δεν θα έχει ήδη χαράξει πορεία και δεν θα έχει αποκτήσει, από τις επισταθμίες αυτής τής πορείας, «καλές πραμάτειες» (σαφής η καβαφική αναφορά, νομίζω). Όχι πως αυτό δεν συμβαίνει και πως είναι κάτι ανήθικο ή και ανόητο να διαθέσεις το κενό προς απώλεια. Και συμβαίνει και γίνεται και τίποτε δεν αποκλείει να σε δεχθεί το …σύστημα Ευρεσαπώλειας και να βγεις, μάλιστα, στο τέλος και κεφαλαιούχος. Αφού, άλλωστε, πλείστες είναι στην  παγκόσμια λογοτεχνία και ιστορία οι περιπτώσεις ακαλλιέργητων Ευρέσεων με αρχετυπική για εμάς, γι ακόμη μια φορά, την ακόλουθη ευαγγελική, προς επίρρωση των ανωτέρω, στους «άσχετους» ποιμένες, οι οποίοι δεν όδευαν-προς, ώστε να δυνηθούν να εκτραπούν, αλλά «βρίσκονταν» ασχέτως και αμερίμνως : «…ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην…» (βλ. Λουκ. β΄10). Είναι προφανές πως οι Ποιμένες δεν είναι οδεύοντες-επί-σκοπού αλλά ευρισκόμενοι-εν-στάση. Όμως, αυτό που θέλω να τονίσω είναι πως με μια τέτοια «παραβατική» κίνηση δεν εκπληρώνονται οι όροι τού παιχνιδιού, με άκρως πιθανή, έτσι, την παντελή αφλογιστία τους. Οφείλεις να έχεις για να χάσεις, για να χαθείς. Και μ’ αυτό ήδη υποδηλώνω πως η απώλεια μπορεί, ουσιαστικά, να είναι ένας, κατά το μάλλον ή ήττον, ευφημισμός, ή ένα απλό έστω λέξημα, αφού είναι ήδη ενταγμένη, ως θεωρία και πράξη, στον τρόπο σου πρόσληψης τού κόσμου και συνεπώς, μη χάνοντας κάτι από τον τρόπο αυτόν, ακολουθείς με συνέπεια την κοσμοθεώρησή σου. Με άλλα λόγια, δεν νοιάζεσαι που χάνεις ή έχασες, ούτε ιδρώνει και τόσο τ’ αυτάκι σου και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για το πιθανό …άλγος, που δήθεν αναπόδραστα επιφέρουν οι απώλειες. Που στο κάτω-κάτω μπορεί να είναι και ανακουφιστικές και επουλωτικές. Θέλω να πω πως κάτι, εν τέλει, μέσα σου κρατιέται ανώλεθρο, μη απολλύμενο, 
κάτι που σού δημιουργεί αίσθημα Ειρήνης, ανοικτής αυτάρκειας, απαρασάλευτης σταθερότητας, μονιμότητας ακόμη (!) τού γεγονότος τής Εύρεσης, όπως υπεμφαίνει, άλλωστε, η ευαγγελική εντολή.
Θεωρώ πως αυτή η παρ-εκτροπή, αυτή η παρέκκλιση από την πορεία, άλλο δεν υποδηλώνει από το πυρηνικό στοιχείο ΚΑΘΕ χαράς, που είναι η επιστροφή στο ΠΑΙΓΝΙΟΝ και στο ΠΑΙΔΙ. Η χαρά αρέσκεται στο παιδίζειν, που άλλο δεν είναι από εκκλίνειν τής χ πορείας λόγω … μέθης. Λόγω μεθυσιού χαράς. Έστω, ακόμη, και μέθης νηφάλιας. Που, μολαταύτα, φιλοσοφεί. Και έτσι, εν όψει δηλαδή τής μεθυστικής χαράς που παιδίζει, αρχίζει να βρίσκει ΛΟΓΙΚΟΤΑΤΟ έρεισμα το αποκαλυπτικό λοξό των κειμένων, τα οποία οφείλονται σε εκτροπές. Είναι ίδιον, βλέπετε, να χάνονται τα παιδιά. 
Να απολησμονιούνται. Να τελούν υπό ακατάσχετους περισπασμούς κάποτε, μια που είναι διαθέσιμα, φυσικώς, στα καλέσματα τού Όλου και των επιμέρους ευκαιριών, που αυτό το Όλον σκοπίμως και αφειδώς προσφέρει και εξαπολύει. Κι έτσι η λοξότητα αποκτά πλήρη δικαιολόγηση. Και στο σημείο αυτό, στο σημείο που η Χαρά παιδίζει, παίζει και μεθά, μπορεί κάλλιστα κανείς να κάνει λόγο για κατάργηση των αποστάσεων, της απομάκρυνσης των όντων από άλληλα, και τής ανάδυσης τού Αδιάστατου, έστω και για λίγες μόνο στιγμές, το οποίο χαρίζει η Σχέση. Ως φαίνεται, τελικά, ο κόσμος φανερούται στις αφιερωτικές και αφοσιωμένες δεξιώσεις ! Και οι δεξιώσεις έχουν χαρακτήρα παιδικό, αφού από τον Ηράκλειτο έως τα Ευαγγέλια η βασιλεία είναι τού παιδιού…, και μόνον ως τέτοιες οι δεξιώσεις, ως παιδικές, εχεφρόνως και εναρμονίως και ελλόγως, δύνανται να παράγουν κείμενα, δηλαδή Πολιτισμό και Τρόπο βίου, που ο πρώτος ακολούθως υποδηλώνει. Και κατά τούτο έχει απόλυτα δίκιο ο Έlie Faure όταν αποφαίνεται πως «Η αγάπη για το παιχνίδι και η αναζήτησή του, και η φλογερή περιέργεια που φέρνει η άσκησή του, δημιουργούν τον πολιτισμό. Τους πολιτισμούς, θα έπρεπε να πω…» (βλ. Ελι Φωρ, Ιστορία τής Τέχνης, τομ. 1, σελ. 40 εκδ. εξάντας, 1993).     
©  ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ





Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

έκτωρ πανταζής: κέρνος


Α
στη μαθητεία της ύπαρξης ανοίγοντας το χάος 

στη μαθητεία της μη ύπαρξης 

-του αβυσσαλέου χάους. 

1993.



Ανάβουν οι αντένες, καίγονται σα δάσος. 
Δεν είναι τόσο γλυκό αυτή η πέτρα του «α» μπαίνοντας να σου θυμίζει το “arbeit macht frei” και να χτυπάει στην καρδιά το αίμα στις κοιλίες του κοίτους το arbeit που σε πετάει στην αγκαλιά, στους κόλπους, σαν ελευθερία;Δε βλέπεις στη γλυκιά μηχανή που μασάει το χρόνο με ηλεκτρονικά λόγια, φυσώντας σα μαύρη κόλαση στα έγκατα του θεριού με χιλιάδες κιλοβάτ κίτρινης φωτιάς στη μολυβένια θάλασσα. Δεν είναι ένα μαγείο γεμάτο αλήθεια κι ύπαρξη η πιο γλυκιά τραγωδία με ατελείωτα δράματα και ανακουφιστικές δραμαμίνες. 
Τέχνη των ειδώλων, απεικάσματα στων φωτονίων τη μάσκα που εξαϋλώνουν το πιο άυλο. Οι δαιτημόνες δεν είναι μια χαρά όρθιοι πεθαμένοι από χαράς νιάτα. Το καλύτερο κοπάδι δίπλα στου Ρέντη τα σφαγεία. 
Και δεν δένουν ωραία και μαγεμένα όλα τα βλέμματα σε τούτο το μάγο μαγνήτη;Και τι καλά που δεν είδες χρόνια τώρα το μέσα της πέτρας, το μέσα του “α” όπου φωλιάζουν χίλιες οχιές. Και τι όμορφα γυαλίζουν τα εμπνευσμένα μάτια τους κι αστράφτει το κούφιο δόντι δηλητήριο του θύτη, δηλητήριο που είναι θύμα του και θύτης. 
Κι όλες αυτές οι οχιές να ζεσταίνονται στις σπείρες τους, και να μασάνε την ουρά τους, κρύες κι έρπουσες με έτοιμο το αντίδοτο για την ύπαρξή τους την έρπουσα που τους πληγώνει όπως κάθε ερπετό.
Δεν ξέρεις πως είναι μεγάλη τέχνη να γδύνεσαι μπροστά στο έρμαιο το μάτι το επίτηδες πλασμένο να καταλαμβάνεται από ιερό ρίγος μπροστά σ' ένα γυμνό κώλο, κι ένα γυαλιστερό μπούτι. Μα αυτό το ξέρει και ο τελευταίος τσόγλανος της αλάνας. Τα βλογημένα καπούλια της γουρούνας τ' αγάπησε μέχρι κι ο Άγιος Αντώνης για να πάρουν τον πειρασμό του στους πέρα γκρεμούς. Γιατί αλλιώς θα άνοιγε η γη να τον καταπιεί αν το κατάπινε σαν αμαρτία.Ά! είναι μεγάλη τέχνη να μονάζεις στα ιερά πάθη των σκοτεινιασμένων σπηλαίων. 
Τι; Θα ήταν καλλίτερα να βόσκεις γίδια στα βουνά; 
Α! Βλογημένο “α” τι ωραία μας ξυπνάς την όρεξη του φιδιού και μας θυμίζεις τη μεγάλη τέχνη του φαρμακωμένου γάλατος. Το πίναμε σαν τρομαγμένα μωρά. Μαθαίνουμε επιτέλους την τέχνη να τρώμε αδιαμαρτύρητα χωρίς νταντά. Στράτα – στρατούλα έρποντας σαν να βαδίζουν πάνω στο χιόνι δεν ακούω βήματα, αλλά τι λέω τα φίδια έχουν πόδια; Μα τώρα γιατί και τα σκυλιά μου κατουράνε τα παπούτσια; 
Τι τους τραβάει τάχατες όλους αυτούς ζώα κι ανθρώπους, θηλαστικά και ερπετά να μου χαλάνε το σπίτι, τούτο το φθαρτό μου κουρέλι, τη μόνη μου περιουσία γεμάτη κόκαλα και ζουμί κόκκινο στις σωληνώσεις του;
Ο λίγκας των οξυλίθων, ο λόξυγγας του “α” της λήθης. Ένα πλεχτό από βυζιά και κώλους. Με δυό μάτια τα βυζιά, νόμισμα με δυο όψεις, κοιτάνε τον κώλο τους που είναι ο καημένος μονόφθαλμος. 
Με διπλή αποτυχία βαθιά χωμένος στους γιακάδες της αυταπάτης ορθώνονται οι τρίχες του σαν του σκαντζόχερα, αλλά με γλυκιά χαρά οσφραινόμενος τη σβουνιά του ο μαυροσκάθαρος μετακυλά, μετακυλά τη μπαλίτσα του πάνω στη ράχη της γης, βοηθώντας τη να γυρίζει στο αγκομαχητό της, στο ταξίδι της, σ' ένα δύσκολο χάλκινο ουρανό και καθώς την κοροϊδεύουν όλα τ' αστέρια για το βάρος της σβούρας που της πίνει τον αέρα της και τον ξερνά μολυσμένο διπλά απ' το ανεκδιήγητο πλεμόνι του.
Έχω κι άλλα βέλη στη φαρέτρα λές και δε θα σταματήσει ποτέ η γλώσσα να κλώθει στα δόντια γύρω τα δηλητήριά της. Λες και είναι λίγο το ταξίδι από το στόμα στον πρωκτό, περνώντας τόσα στομάχια και έντερα, η πορδή της ύπαρξης, αυτή η τελευταία κλανιά που σερβίρεται εδώ και αιώνα σαν συμπυκνωμένο γαλατάκι της Ούνρας.
Πιές κι εσύ το γαλατάκι σου μωρό να μας μοιάσεις, τραγούδα όπως χτυπάν τα όργανα, τα δόκανα δεν έχουν τελειωμό, η φυλακή είναι μεγάλη κι από αιώνες κι από απέραντο για να χωρέσει μύριους ζωντανούς τρισμύριους πεθαμένους. Μη μας ξεφύγει κανείς. Πιάστε τον αυτόν εκεί πάει να το σκάσει, πάει να κρεμαστεί μέσα του, που το βρήκε αυτό το μέσα, ποιος άνοιξε τρύπα στης φυλακής τον πάτο;
Σπάει το σταμνί το ξόανο εστάθη, μήπως τα μπερδεύω, μήπως αυτές οι κλωτσιές είναι φιλιά, και χάνω την αίσθηση του ότι με προσκυνούν σαν ένα ζωντανό Βούδα, που το σάλιο δεν είναι από φτύσιμο αλλά από φιλί ζουμερό; Μήπως τα μάγια είναι στα μάτια μου, όπως άλλωστε μπορεί να το παθαίνουν και οι θεοί έτσι που ζουν ξένοιαστοι και αφηρημένοι, κι όχι των θηλαστικών αποβρασμάτων, στο βραστήρα της ζωής κάτω από το κάρβουνο του ήλιου, στη χοχλαστή κοιλάδα του παραδείσου; 
Γιατί τι σου αποδεικνύει ότι υπάρχεις στα μάτια σου περισσότερο από όσο υπάρχει ας πούμε το Τουμπουκτού; Γιατί μόλο που το τελευταίο πουθενά δεν το χουν ,ακόμα κι αν έχουν πάει εκεί, όμως το σημειώνουν οι χάρτες ,άρα κολαούζο δε χρειάζονται να πάνε με όλη την πίστη στον κόσμο που τους εμπιστεύεται και τους χαράζει γράμματα και φωνές στον εγκέφαλο και υπάρχουν.
Όμως εσύ που είσαι.
Γιατί μια πέτρα εύκολα τη χτίζουν σε βωμό και όλος ο θεός μπαίνει εκεί δια μιας και του προσφέρουν τ' αποφάγια τους, όμως εσύ ούτε για βωμός δεν κάνεις. Μόνο, να, φέρνεις ένα λίγο του Βούδα, να βαλθούν να σε κατοικήσουν με βουδίσια αταραχία φωτισμένου ώσπου να γίνεις όλος ένας Γκοντάμα. Ή να σου φύγει το μυαλό σαν τόσους και τόσους κι ύστερα αφού διαδοθεί πως κάποιος που είχε μυαλό τρελάθηκε, θα έρθουν εκεί στο κενοτάφιο του μυαλού για αυτόγραφο ούτως ειπείν ή για ενσταντανέ του πήγα κι εγώ εκεί, είδα κι εγώ τον τρελό σοφό, μόλο που εσύ θα είσαι φευγάτος αυτοί θα έρχονται, όπως τώρα που κάπως είσαι εδώ σε αποφεύγουν σαν τον απόβλητο, όσο να καταστείς πραγματικός απόβλητος. 
Τώρα όμως είμαι πεταμένος στον πάτο των ζωντανών, έχω υποθέσεις. Υπόθεση κάνω. Και βέβαια κάθε τροφή που έχω ταϊστεί, την ξερνάω ,μασημένη με δικά μου δόντια, κι ας είναι ξένα λόγια εγώ τα ξελογιάζω. Για να ταιριάξουν καλλίτερα σε τούτο το μαυροπίνακα που τον έχω γυαλίσει εκατό φορές για να μη σταθεί κάποιος και πει ότι είναι ξεπατικωμένα.
Α, στο μύλο του “α” οι μηχανές αλέθουν καλά. Αλεύρια και δηλητήριο μαζί, κι ο λόγος είναι ένσαρκος σαρκαστής, σχεδόν αναγέννηση τέφρας. Σχεδόν κάρβουνο που ξεχάστηκε να καεί στη στάχτη και φλογάει, φώσκει, ποιός να το κουβαλάει μέρες στα χέρια και να τον στείλουν αλυσσοδεμένο σε κανα Καύκασο παρέα με τα θεριά. Καλλίτερα εδώ με τις οχιές και μ' ένα ξύλο. 
Κολιός και κολιός από το ίδιο βαρέλι κι αν δεν είναι κολιός η μυρουδιά του βαρελιού σε πότισε σα κολλύριο, και τώρα θα κοιτάς σα κολιός. Οπότε δε φαίνεται καμιά διαφορά. Σε σφραγίζει η ίδια μυρωδιά άρα από μας, άρα όμοιος, άρα ίσος, άρα έλα να πατηθείς σαν τα σταφύλια.Το θέμα είναι να μείνεις εκεί και να πατηκωθείς, να είσαι απόδειξη της εικόνας του εαυτού τους που την επιστρέφει η μουτσούνα σου, είσαι ο αναγνωρισμός τους. 
Γιατί δεν αποκοιμιέσαι όρθιος μήπως σ' ενοχλούνε τα πατήματα, κι όμως με τόσο μούστο δε θα πρεπε να τα νιώθεις, είναι η μουσική για τα όνειρά σου υπνοβάτη μου. 
Α ! ώστε σε ξαφνιάζει που ποδοπατιέσαι όρθιος, ε αυτό δα κι αν είναι τέχνη. Άντε βάλε τα δυνατά σου για ύπνο, αρκετά ξοδιαστήκαμε οι φωστήρες να σου ανάβουμε λαμπιόνια για να δεις πως ονειρεύεσαι, να! Κοίτα μπροστά σου τα είδωλα, μορφές ονείρου, πλούσια παιδαγωγία, σφήνα να σηκωθεί ο Μορφέας με τα χίλια αδέρφια του να σε βάλουν σε δρόμο, στο δρόμο της αφωνίας, της αλαλίας και της αλογίας. Να γίνεις άλογος και να σκύβεις στο παχνί.
Μα πόσο βλάκας θέλετε επιτέλους να γίνω, δε σας φτάνει τόσο βλάκας που έγινα, να μη κρύβω λίγη βλακεία για πάρτη μου;
“Πρέπει να τους κάνω να πιστέψουν πως έχω χαζέψει αφού καταπίνω όπως κύβους ζάχαρη το άλογο και μπαίνω στη δούλεψή τους με χαρά, στη δουλειά τους, ύπαρξη και μαγγανοπήγαδο που αντλεί νερό για τα μποστάνια του θεού τους”. 
Μα για γιανάκι με περνάνε επιτέλους στη στράτα – στρατούλα κάνω και προσευχούλα; Άλλη τσίχλα ετούτη το στρώσιμο του δρόμου της προκοπής. Άλλο μαντρί για γιδοπρόβατα τις πλούσιες ανατολές από το Σούνιο και την πλούσια δύση εκεί που γελάνε οι πέτρες. 
Δε θέλω, δεν είμαι δεν ξέρω. 
Ας τους αφήσω να πιστέψουν ότι τρώω από το παχνί τους. Ώσπου να διασκελίσω πιθανά το απίθανο εκείνο των αδυνάτων το αδύνατο και νά μαι έξω από τη χαλασιά της μάντρας τους.Τυλιγμένος στη γάζα αυτού που νομίζουν ότι βλέπουν με χίλια μάτια Άργου;
Κι όμως τυφλοί να δουν ότι είναι μπροστά τους από έλλειψη προοπτικής. Γιατί δεν ξέρουν να τραβηχτούν σε μια κάποια απόσταση, να κάνουν ένα βήμα στο πλάι κι ενώ είναι καταμέσα στην παρέλαση της κουρελαρίας αναπήρων πολέμου, να δουν με πόσα δεκανίκια χτυπά το βήμα της αποτυχίας κάτω από δοξαστικό χτύπο χάλκινων οργάνων και κρουστών, και σε τι στήθια, σε πόσα τρύπια στήθια από το στοίχημα της ύπαρξης χτυπάν και χορεύουν τα παράσημα της νίκης. 
Νίκης που άφτερη και φτερωτή βλέπει κάτω απ' την πλώρη του καραβιού της να σπάνε τα κύματα της ιστορίας τη μούρη τους σε μια θάλασσα κόκαλα, σε μια θάλασσα κεφάλια με ανοιχτό στόμα περασμένα στο κορδόνι του νικητή χρόνου. 
Το θηριώδες πάτωμα, το μόνο χαλί που έχει αμέτρητους κόμπους και η πλοκή του τελειωμό δεν έχει να το υμνείς, να το υμνείς. 
Να παίζει το εμβατήριο για κουφά αυτιά του είναι, του υπάρχειν, στο χιλιαστικό βασίλειο που παρέρχεται, παρέρχεται κι όλο τελειώνεται. Η μόνη προίκα στην παροικιά, στο αγλαό κλινάρι.
Σπρώξτε λέξεις το πανί μου να αρμενίσω αμέριμνος στο “α” της λήθης. 
Τέλειωσες το κήρυγμα; Όχι τίποτε άλλο, αλλά να για να τα συμμαζέψω να ξέρω που θα το βάλω να δουλέψει, ή μήπως έτσι το ξέχυσες από το λαρύγγι σου σαν εθισμένος, που ξέρει όμως ότι τα κηρύγματα είναι για τους άλλους. Να, για να τους πλησιάσουν στην ανάσα του θεού, που την περνάνε βέβαια από τη μυρωμένη δικιά τους ανάσα για φρεσκάρισμα, και πόσο γλυκό θα έφτανε στ' αυτιά μου αν το φιλτράρανε στο τρίχινο ρούχο της ελπίδας και τη φλόγα της παρηγοριάς που μόνο το λιωμένο το αργασμένο στόμα του ασκητή το βάφτισε στο άδυτο της καρδιάς και την ξεραμένη γλώσσα της νηστείας του, από ύλη και σάρκα. 
Πόσο πιο γλυκό γίνεται στου ανθρωποφοβικού τον κόρφο το δηλητήριο που φτιάχνει για να διατηρεί την απόσταση απαραμείωτη και έτσι οξύτερα τα λόγια του να μπαίνουν στ' αλόγιστα αυτιά του περιδεούς. 
Και πως ραγίζει το γυάλινο βάζο και άδειο από χολή. Άδειο; Ή γεμάτο τύφλα και οργή, μισερό πλάσμα πολτός καλλίτερα γεμάτος αγκαθερά κόκαλα, κάτι λιγότερο από ένα σβώλακα πεταμένο στ' αγκάθια. Αγκάθια γεμάτος, με αγκάθια θα τον γιατρέψει ο τριχινοσκηνίτης.
Θα γύρει τότε αυτός να πει από το άλλο μου το αυτί. Στη σιγή του νού του, θα σταματήσουν όλοι οι άνεμοι, συμμαχώντας με το βουητό του μυαλού, ή αντιμαχώντας και το ένα κύμα σβήνει το άλλο; Σιωπή. Το κόκαλο, η κοκάλινη στέγη, ο θόλος των θόλων συσκέπτεται με τις θύελλες. Θα τις σπείρει για να θερίσει καταιγίδες. 
Οι αφέτες λύνουν τ' άλογα που στην τελευταία στροφή θα συντριβούν αύτανδρα. Τα λιανοπαίδια, οι αναβάτες, δεμένα στα τσαμαλίκια θα τιναχτούν στο κιγκλίδωμα και θα χυθούν τα μυαλά – μαλλιά στα κάγκελα. Οι κερκίδες θα ποδοκροτήσουν πιο πολύ από τα καλπάζοντα άλογα σε μια ιαχή που θα την πιεί ο ουρανός με κατεβασμένα σύννεφα που τρέχουν σαν άλογα αναχαιτισμένα, κι η αμαρτία του σταδίου θα ξεπλυθεί, κι οι κερκίδες θα ξεπλυθούν. Ο Όλυμπος θα περάσει στην ιστορία. 
Αυλαία. 
Καινούργια μυαλά πλέουν για την άσφαλτο μιας άλλης δόξας, αττικοί δρόμοι, κι ο ψαλιδοχέρης κόβει και ξανακόβει για να μας μπάσει στο νόημα των λεωφόρων. Βρυχώνται με χίλια άλογα οι μηχανές των πόλεων, γελάνε οι πέτρες, με τα χυμένα μυαλά της βραδυπορείας, παρδαλά κατσίκια στριμώχνονται στις κηδείες των καλλιμάρμαρων θεάτρων: η τραγωδία χτυπάει στις μαρμάρινες πλάκες το κουτσό πόδι της, τυφλή μοίρα προς το αλσύλιο της παλιάς κολώνας.
Επικολλητές χαλκομανίες, σκιοθέατρο, αχνός μπουχός, ακόμα ένα βηματάκι προς το κοίλο και να η κοιλιά του βαράθρου: χτυπά ο Πήγασος τις καψαλισμένες του φτερούγες προς τη σπηλιά του δράκου ξανά και ξανά το μάταιο της ορχήστρας. 
Και όλοι εμείς στη μέση στριμωγμένοι λίγο πριν απ' το τελευταίο βήμα και μετά από το προτελευταίο, πάντα στο ανοιχτό στόμα του όπλου που σημαδεύει αλάθευτα, ασκαρδαμυκτί, ασυχώρετα, με ακάψιστο μάτι, και ολέθρια ψυχρό.
Ξεκόλλα τη μούρη σου από τη γυάλινη οθόνη και θα δεις. Είσαι ένα συμπλήρωμα του πειράματος, σου ακτινογραφούν τα σπλάχνα ώσπου να γίνεις στο εκμαγείο αυτό μια γυάλινη μάζα, ανακλαστήρας και δέκτης, κοίλο γυαλί μόνο για ηλεκτρολυτικές γυαλόλαμπες: με μόνη ψυχή τις ηλεκτρονικές σκιές αλλά μαγεμένος, ματιασμένος.Τι ρούχο σε έντυσαν κορόϊδο, πως σε έχτισαν έτσι πατόκορφα με λόγια κι άλλα λόγια ώστε να μην μπορείς να ξεχωρίσεις μια φωνή που να έχει τον ήχο σου και τις δικές σου νότες, τόνους, φθόγγους. Σε καλαφατίσανε μα την αλήθεια για να σου φορτώνουν ξένο καπετάνιο, άλλον από σένα και με ξένο σκάφος. 
Τώρα όμως πως να τα ξεντυθείς όλα αυτά. Πως να ξεγεννήσεις τη γλώσσα σου κάτω από τόσες γλώσσες ψεύτικες που πέρασαν σαν γάντι πάνω στη δική σου. Και ακόμα πως γλώσσα να τους βγάλεις; 
Συ πετρωμένο άλογο και καβαλάρης στους τάφους του Ξενκιάν, στη θαμμένη πολιτεία του στρατού των νεκρών, ελπίδα του βασιλιά να πολεμήσει με τούτο το στρατό το επέκεινα; Τους οδήγησε στη μάχη θνητό σαρκίο πολεμώντας τον αθάνατο θάνατο, τους έστησε πολεμικά φαντάσματα να παίζουν πόλεμο ακίνητοι και μαρμαρωμένοι στην αιωνιότητα. 
Ω Βασιλιά μάταια νικάς, μάταια ο στρατός. Στη μάχη του θανάτου πήγες έτσι κι αλλιώς πέρα από συντροφιές και μοναξιές, το κυπαρίσσι του θανάτου φυτρώνει διαμιάς κι από κρυφή μεριά, τσεκούρια δεν το πιάνουν, ξερό φυτρώνει κατάστεγνο, με της ζωής τα πράγματα καμιά τέχνη δε συγγενεύει, μήτε ποτέ κανείς θα βρει από ποιες κρυφές πόρτες γλιστρά η ζωή ή ο θάνατος, ξένος κι απόξενος μα φιλοξενητής μεγάλος σε τραβάει με αόρατα χέρια, από την καταδίκη σε ζωή.
Μόνο που σου ξέφυγε και δε στοχάστηκες, δεν την αφουγκράστηκες εκείνη την άλφα πέτρα που μέσα της έβραζε ο ασβέστης σα το δικό σου κεφάλι, κι όμως ήταν το κεφάλι σου το ίδιο που αντιλαλούσε στο ρυθμό της καρδιάς σα σφυρί που χτυπά arbeit - frei arbeit – frei με ένα κενό mact.
Ένα άλμα από το χλωρό λιβάδι καταμεσής στον ξερολαδιασμένο Κηφισό που οι φρυκτωρίες του στάζουν ιώδιο για φώς στους μεθυσμένους όπως τραβάνε για τα σφαγεία του Ρέντη. 
Πίνει το τυρόγαλο. 
-Πως σου φαίνεται. 

-Κάπως καλλίτερο από τυρόγαλο.


Β. 

Τραχωδίες σε αταραχία





Εκμαγεία του μαγεριού τη σιδηροκουτάλα του κόσμου, αναδευτήρι του βραστήρα, καιρός να βγω από το διπλό καπάκι που βιδώνουν γύρω μου σαν κλειδό και να δραπετεύσω έξω από τα λόγια τους που με παραγγέλουν να με βάλλουν στο τηγάνι τους σα σαλιγκάρι να σκούξω…. δραπέτης στο κενό μου στο άδειο σ' αυτό το πλήρες άδειο.

Ένα άλμα από το χλωρό λιβάδι καταμεσής στον ξερολαδιασμένο Κηφισό που οι φρυκτωρίες του στάζουν ιώδιο για φώς στους μεθυσμένους καθώς τραβάνε για τα σφαγεία του Ρέντη.Τους κάθομαι στο στομάχι δε θα με βάλλουν και στην καρδιά τους. 

Οι γάντζοι και τ' αγκίστρια που χωμένα ως τα σβάραχνα δίνει άχνα στο αγκομαχητό σ' αυτό που είπαν ζωή.

Υπαγορευμένος χείμαρρος μαλακίας θεραπεύτηκα πια από τη γλυκιά ελπίδα να με βουτήξουν αύτανδρο στην κολυμπήθρα τους να με υπάρξουν, να με εργάσουν.Λειψομνήμων : Η άλλη όψη του εφιάλτη, σε κάνει να θυμάσαι, ξυπνά με τον τρόμο του την τρομάρα. Τρομάρα μας να χουμε τόσο θυμητικό. 
Μα χρωστάς ν' αντιλαλήσεις τη ζάχαρη που πέφτει απ' το λιώσιμο των δοντιών τους στα γλυκά λόγια κι απ' την πολλή δροσιά, δε θα γίνεις λοιπόν ένα γλυκό αντίφωνο να κρυφτείς στις φτερούγες της κλώσας τους; 
Φάε ρε τη σούπα σου. 
Από το στόμα ως τον πρωκτό μια ανάσα δρόμος, όσο κρατάει η πορδή της ύπαρξης. Το ξόανο εστάθη το βάζει ομπρός του ειδωλολατρία πιστή μνηστή μνήσθητί μου, κι ας δε σου πέφτει λόγος ,τέχνη της αφωνίας, της αλογιάς.
Και τα φώτα, που σβήνουν τσιρίζοντας; Σωστό. Τσιριφώτα.Η ακινησία της σβούρας που γοργοακινητεί στον άξονά της, από το πέρας ως το άπειρο μέσα σε μια τελεία χώρο. Μια τσίκα, μια στιγμή, και τα χρώματά της γυρνούν στο γκρι, έτσι για τη μεταστροφή από το πολύ γύρνα επί τόπου.
ΑΟΡΝΟΣ
υποχθόνια λίμνη, και συ βάτραχος βγάζεις το κεφάλι απέξω και με γουρλωμένα μάτια, πρασινάνθρωπος που ξεθυμαίνει από την ανθρωπιά που τον μόλυνε το ανθρώπινο λεφούσι, ένα είδος καθαρτήριο είναι η λίμνη που σε πλένει έξω μέσα με βούρκο και λασπόνερα να σε λαμπικάρει. Κόπηκες; 
Μυθιστοριογράφος ο κατασκευαστής των αναμνήσεων.Κι ο άνομος έχει το θεό του, της ανομίας, όπως όσοι έχουν το θεό για πάρτη τους. 
ΚΕΡΑΤΑ ΑΠΟ ΚΕΡΙ
Αποτυχία κοινωνίας, αποτυχία των στοχαστών, αυτοκτονικά χέρια, λειψοκέρι λειψοκεριά.Αναβροχιά και χαλάζι, στο γούπατο με τα κουνούπια και τους στάβλους, κι οι σταβλίτες να παλεύουν να τα βγάλουν πέρα με την κοπριά και το σανό. 
Στιγμές χαρισμένες στον Κέρβερο εκεί που οι έρωτες κούρμπα 
Βάνω στη ράχη της λέξης διαλυτικά για αραίωση του χρώματος κι όχι του πολύτιμου χρόνου που πιάνει η λέξη πρωΐ ας πούμε. Σαν να είναι καβάλα ή κολλημένος με σάλιο στη ράχη της αρκούδας ας πούμε, ή και στη σκιά της αρκούδας καλλίτερα προσανατολισμένος από πυξάρια μέχρι που να πήξει ο ουρανός σα γιαούρτι κι όλοι θα τρώνε τσάμπα από το γαλαξία έτσι πηγμένο, όπως οι ψυχές που μετακομίζουν εκεί πάνω χωρίς το φορτίο των κόκαλων. 
Στο μνημείο των 49 πεσόντων -αν και δεν έπεσαν τους θέρισαν σφαίρες-, μαρμάρινος τάφος, ώστε δεν μπορούσες να πεις αν το μάρμαρο ήταν ακίνητο ή τα κόκαλα των πεθαμένων που ήταν σωριασμένα στο λαγούμι, αυτό είναι που λένε αθανασία; Αν είναι αυτό, τότε συμφωνεί το μάρμαρο με τον τάφο της ακινησίας του.( Όμως οι νεκροί με τον καιρό συνηθίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια όπως οι πνιγμένοι).
Και μπαίνει ευθύς μες στο θολό θόλο κι ανακατώνει το βούρκο και τις πηχτές λάσπες όπου είχε δει να χάνονται οι νεράιδες μαζί με το νερό, έψαχνε λες την υπόγεια λίμνη, την υποχθόνια υπόσχεση; Ας το σπρώξουμε μαζί με τον ακροβάτη την ώρα που εκτελεί το καλλίτερό του νούμερο, ένα βήμα παρά πέρα όσο απέχει άλλωστε κι ο γκρεμός που είναι ακριβώς γι' αυτό το λόγο εκεί βαλμένος.
Στο να είναι αρχάριος ήταν μανούλα, τα ξεπέταγε όλα όσα είχαν να κάνουν με αρχάριο. Μα ρε παιδιά, αφού είναι η πρώτη μου φορά που ζω και ίσως κι η τελευταία, αν και δεν είμαι τόσο σίγουρος αν είναι καν η πρώτη μου… αν αυτό που μου έχει αρχίσει έτσι ξαφνικά είναι αυτό που θα μπορούσε να λέω δηλ. ζώ. Ζώ;
Κι αν ζω και δεν είναι η τελευταία μου φορά πολύ δύσκολα θα τη βγάλω σε μια παρόμοια επανάληψη. 
Καλλίτερα να ξεπατώσεις και ένα και δύο και τρία και τέσσερα αμπέλια παρά να κάθεσαι και να περιμένεις, πότε θα γίνουνε οι αγουρίδες τους μέλι, γιατί αφού καλά το ξέρεις ο αγουροφάης κερδίζει, και δεν υπάρχει ζωντανό για ζωντανό που να μην το ξέρει αυτό. Περσινά ξινά σταφύλια, ας είναι κι έτσι από αλότερα. Ποιος δε σε θέλει; Ποιος σε θέλει. Ανακατώσου με τα πίτουρα και θα δεις, όλες οι κότες ευθύς θα πέσουν επάνω σου και τα κοκόρια, κότες κι αυτά κατά βάθος, από πίσω. Το όμοιο τραβά το όμοιο όπως οι μαγνήτες αν και καμιά φορά, μπορεί και τις περισσότερες, διώχνονται τα όμοια από αλληλεγγύη βέβαια.
Ανάσκελα είναι σαν να μουτζώνει το θεό, καλλίτερα μπρούμυτα,.. με γυρισμένη πλάτη, σαν να του θυμώνεις που σε θυμάται; Σε ξεχνά; Αδιαφορεί; Μπορεί έτσι να του κεντρίσεις καμιά περιέργεια.Καθώς το σώμα δεν είναι και η καλλίτερη πλάστιγγα που έχει εφευρεθεί άλλος γέρνει αριστερά άλλος δεξιά, άλλος μπροστά άλλος πίσω και ούτω καθεξής εις τον αιώνα τον άπαντα μέχρι να κουράσει τ' αστέρια με τα καμώματά του κι ακόμα περαιτέρω να τα ξεκάνει με τις τρέλες του.
Υπάρχει μια πηγή μέσα ή εδώ κάτω από σκοτάδια και φως: ένα στο δεξί, ένα στ' αριστερό και αναβοσβήνουν τα λαμπιόνια…
ΑΡΒΥΛΑ
Που ρίχνει την πετονιά; Στον 7ο αιώνα για να τσιμπήσει από κει κάτι «ωφέλιμο», κάτι σα σαργό κι έτσι όπως ο χρόνος έχει μια τέτοια κατωφέρεια να το βγάλει εδώ στο ψημένο ταψί και να το δώσει να το φάνε έτοιμο οι προοδεύοντες, οι άνθρωποι των δρόμων, οι αλανιάρες αγριόκοτες που σκαλίζουν ενστικτωδώς το χώμα…
Όπως λέγω εγώ, για το δικό μου εγώ, γιατί τίνος άλλου μπορεί να είναι; Στους αιώνες των αιώνων θα πρόκειται πάντα για ένα κατάδικό μου εγώ, αλλιώς γιατί να μου μπουκώνει το στόμα με περηφάνια κάθε φορά που πάω να το ξεστομίσω και ταυτόχρονα εκείνο αντί να εκστομιστεί μπαίνει και γεμίζει όλο το στόμα σα τα βαμπάκια τον πεθαμένο;
Φέρτε μου την ταγή. Ταΐστε με μπουκώστε με ζωή... εγώ που είμαι ένα κουλουριασμένο φίδι, ένας πύθωνας. Μέχρι να μιλήσει το όν στο λαρύγγι ή το λαρύγγι του όντος μέσα στη δίψα του για αθανασία μέσα στη δίψα του για θάνατο. Γαμωγιάννηδες.
Εκεί που οι σημαίες δεν κυματίζουν, στα φλάμπουρα τ' ακύμαντα. Λές και πληρώνουμε τη γή, της δίνουμε πίσω τα κόκαλα για τη χάρη που μας κάνει…, και καύσιμό της στο αγκομαχητό της με το χρόνο.
ο ΑΘΡΟΙΣΤΗΣ:Τι είναι έγκατα αν όχι ένα λαγούμι, μια εγκοπή στη ράχη της γης, λίγο χαμηλότερα λίγο ψηλότερα είναι ζήτημα προσωπικής εκτίμησης. Στα θυμαράκια ή στα ραδικάκια θέλεις διάλεξε, θέλεις μη διαλέξεις. Είτε με τα πόδια πας είτε με διαστημόπλοιο την ίδια τιμή θα εκτιμηθείς, ποτέ δε θα ακριβύνεις, ούτε είναι λόγος να φτηνύνει ένα τσουβάλι κόκαλα, είναι δα τόσο φτηνό ήδη σαν πραμμάτεια: Από τα πιο αρχαία χρόνια μια δεκάρα με ίδιες τις δύο όψεις. Για του Πλούτωνα τ' αμπάρια.
Έβρισκε τρελό που δεν τον εννοούσαν όταν διατείνονταν, ότι κάτω από τα ραδίκια δεν είχε διαφορά κι ήταν το ίδιο με έναν που ρεμβάζει κοιτώντας τον έναστρο ουρανό. Τι ρίζες από ραδίκια τι αστέρια το ίδιο δεν κάνει στο τελικό άθροισμα; Έχω χαμόγελο κατευθείαν από το χέρι του θεού, μεσολαβημένο βέβαια από τις απεσταλμένες του τις μοίρες. 
ΣΚΟΡΠΟΝΕΡΑ 
(πάλι για έρωτες θα γράφω;
Μολονότι οι αντικειμενικές συνθήκες είναι για όλους ίδιες, όπως βλέπεις δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη με σένα γι' αυτές τις συνθήκες, οπότε το συμπέρασμα βγαίνει μόνο του πως πράγματι είναι και ίδιες και αντικειμενικές όπως με βλέπεις και σε βλέπω. Γιατί αν η αντικειμενική συνθήκη έχει βροχή, βρέχει για παράδειγμα, κι εσύ είσαι στην αντικειμενική βροχή, ενώ εγώ σ' ένα αντικειμενικό υπόστεγο, πως να μη διαφωνήσουμε για τις επιπτώσεις της βροχής; Εσύ θα λες πως η βροχή είναι αντικειμενικά μουσκευτική, ενώ εγώ; Γιατί βέβαια εσύ θα έχεις δίκιο ως προς τα αντικειμενικά αίτια ενώ εγώ για τα αντικειμενικά αποτελέσματα. Με λίγα λόγια μια συλλογιστική μούσκεμα.
Τίποτε δεν μας εμποδίζει να είμαστε καλοί ηθοποιοί. Κι εξάλλου αυτή η τέχνη γεννήθηκε μαζί με τον άνθρωπο και την τραγωδία του.Σχεδόν έχουν τις ίδιες πιθανότητες για το ποιο γεννήθηκε πρώτο. 
….αν έχετε την ευχαρίστηση 
μου περνάτε το αλατοπίπερο, 
Γιατί κύριε Μαλόν παρότι θα δεχτούμε την εμμονή σου να είσαι “εσύ μόνος σου” κι όχι ένα πεπόνι που πονάει σαν κεφάλι που το σφάζουν. Και τούτο επειδή από όλες του κόσμου τις μεταφορές δεν θα διαλέξουμε τα ερωτηματικά τις κουτσουλιές που πέφτουνε στο κεφάλι μας από λογής πετούμενα, πτηνά και έντομα, και που και που κανένας αερόλιθος, κι ας είναι που μας χαρίζουν κάποιο χασάπικο γέλιο όταν λερώσουν κανένα κουστούμι. Ή να τις πω κοτσιλιές όπως κάπου θυμάμαι να γράφτηκε; Όπως κι αν έχει καλό πράγμα οι μεταφορές όταν μάλιστα βγαίνουν όπως το αβγό απ' τον κώλο του πουλιού.
Και βέβαια δε θα δίνουμε την αιώνια συγκατάνευσή μας σ' εκείνους που ζυγίζουν τα βουνά με το ραβδί τους και μετράνε το βάρος τους στα τελάρα, και που έχουν κάνει ότι μπόρεσαν για να τρελαθούνε μια ώρα αρχύτερα. Έχουμε προ πολλού χάσει την περιέργειά μας για την τελευταία τους πινελιά. Εξάλλου τους έχει καταπιεί ο χρόνος και δεν έχουμε άλλα κεφάλαια να δαπανήσουμε στη συντήρησή τους κτλ.
Γιατί επιτέλους ένα βήμα στο πλάι, ένα βήμα πίσω, κάνει καλλίτερη τη θέα, παρά με τη μούρη χωμένη στον ασβέστη του τελάρου. Μια φύση αραιότερη κι αν δεν τη φτάνει το χέρι, τότε το μάτι, κι αν όχι κι αυτό τότε το παρά μάτι.
Γιατί επιτέλους που λέει ο λόγος, ξαναβγάζει από το ορθολογικό κουτί του το «σύγχρονο» άνθρωπο και τον επανατοποθετεί μισό μέσα στο βούρκο εκεί που είναι και η καθολική του συνθήκη, για να είναι σωσμένος ες αεί, ζωσμένος την πανοπλία της απώλειας. Και επειδή κάθε μέρα μας σώζει πότε η τεχνολογία, πότε οι εφευρέσεις, πότε οι τέχνες και τα γράμματα, ώστε δεν έχουμε δα να παραπονιόμαστε μέσα σ' ένα τέτοιο φαντασμαγορικό πανηγύρι. Άλλωστε το γαλατάκι αυτό αποπνέει κάθε πόρος, οπότε προς τι οι απορίες. Δε σε χωράει ο τόπος, ο κόσμος; μη βιάζεσαι..Αλλά τούτο το τελευταίο γαλατάκι δε θα το πιώ. Απλά το βάζω στο ράφι, αφού είδα την οσμή του και την προέλευσή του. 
Ας πω κάτι τελευταίο. Θυμίζει ο Bacon με τις σφαγμένες του μορφές, καταβολές από δω.
Όχι.Εμείς,εγώ, είμαι δοξαστικός της ύπαρξης. Δε θα εγκαταλείψω εκείνο το πράγμα που λέγεται τραγωδία και ηδυσμένος λόγος. Έρωτας, ομορφιά σε μια αποτίμηση μέσα στον καιρό, πέρα από τον καιρό. Σίγουρα ζητώ να βγω σε πιο σίγουρη δομή, με τα συμφραζόμενα της εποχής μου, σ' εκείνο που επιμένει να ονομάζεται σύνθεση. Θεώρηση των σκεπτικιστικών θέσεων του Αινεσίδημου, ο εφεκτισμός από αισιοδοξία. Μέσα στο φως κορυφογραμμών και ακτογραμμών, από μιά κοιλάδα που κρατά και φώς και νύχτα και φεγγαρομέρες που δε θα σβήσουν ποτέ. Αυτό θα το συνεχίσω ώσπου το ένα ξημέρωμα να συναντήσει το άλλο.
Αυτό το Μπεκετικό διάλειμμα ήταν για να συμπληρωθεί η φράση: “καλά μπερεκέτια κε Μπέκετ”. Έτσι για να τον χώσω ανάμεσα σ' εκείνες τις αισιοδοξίες κι εμένα. Για να πάρω μια απόσταση, ώστε να τα ξαναδώ, και να αποτιμήσω με φρέσκο μάτι τις ατοπίες. Γνωρίζω τον τόνο, γνωρίζω τι χρειάζεται, μόνο που εκεί δε βοηθάει η γνώση.
Οι παράμεσοι
Κι όμως, σ' ένα παρόμοιο Σανατόριο (θανατόριο;) βρέθηκε ο Βασίλης Τ., κι εκεί ίσως οι φεγγαρομέρες δεν θα ήταν του κακού του χαρακτήρα μνήμες. Σπαρτάραε από χαρά, στην καρδιά του Βερολίνου ανάμεσα στην απόλυτη τιμή που τον περιόριζαν οι πατερίτσες του,.. μπροστά στο νεοαποκτημένο του πλυντήριο που δεν ήξερε πως σταματάει. Μια παιδικότητα γεμάτη βάσανο. 
Το ίδιο ο Χαρίσης Λ. Επιστροφή στις “ρίζες” τους για να φύγουν στον αγύριστο... Χάνοντας και τις τελευταίες τους αυταπάτες, μονήρεις, σ' ένα κόσμο που τόσο ριζικά έχει μεταβληθεί κι όντας οι ίδιοι πολύ μακριά από τον εαυτό που είχαν αφήσει στο μικροχώρι τους.
Λέω τη μοίρα των δυό τους, επειδή πολύ νέοι μονήρεις άφησαν τούτο τον κόσμο, απ' τον οποίο ήταν πολύ πολύ μακριά χρόνια πριν την οριστική τους αποδημία. Όμως το χούι τους το πήραν μαζί τους. Ήταν ότι καμιά πουτάνα αυταπάτη δεν μπόρεσε να τους το μαλακώσει. Ήταν πέρα για πέρα τζιόρες για να δεχτούνε προσαρμογή. Μονόλυκοι που το χνώτο τους δεν ταίριαζε ποτέ πουθενά και με κανέναν. Έμειναν έξω από το παχνί. Γι' αυτό και κάηκαν προώρας. Δεν έκαψαν κερί ελπίδας, ούτε φανερά, ούτε κρυφά. Αλλά και δεν ενηλικιώθηκαν ποτέ τους. Να τους πω ανθρωποσκιαγμένους δεν πέφτω έξω. Κάτι σκοτεινό τους κυνηγούσε μέσα τους. Μάλλον θα μπορούσε να ειπωθεί ότι τη ζωή την είδαν σαν θρύλο παρά τη ζούσαν. 
Που είναι το κατακάθι; Παντού. Όπως το σαράκι. Άμα μπει στο στεγνό ξύλο δε θα κάτσει, δε θα βολευτεί στο λίγο, θα το φάει πατόκορφα. Γι' αυτό μη ψάχνεις να βρεις σε ποιο σημείο μπήκε, τρώει και θα τρώει ως το πέρας των καιρών, από τα στραβόξυλο, όπως συμβαίνει απ' την ώρα που κοίταξε η επιθυμία στον καθρέφτη της.
Και όσο θα τελειώνουν το έργο, τόσο πιο ατελείωτο θα γίνεται. 
Αν ήθελε κανείς να ξαναδοκιμάσει ένα επίγραμμα, ένα σύμβολο επιτύμβιο τι θα είχε να προτείνει; 

“Δώθε του τάφου δε βρήκα τίποτε, 
δεν ξέρω σε ποιο ταξίδι με στέλνετε, 
αλλά χούι δε θ αλλάξω, αυτό είναι σίγουρο”.

Αν κάρφωνες δε στη θέση ένα άγαρμπο παλούκι από κέδρο με δυό τρία άγρια κλαδιά σα φούρκα, ίσως συμβόλιζε τη φτιαξιά από ληστή των παλαιών ημερών, που πήραν μαζί τους…..ανήμποροι με το χούι τους. 
Πέθαναν από άγνοια, μέσα στην άγνοια, έχει κανείς τίποτε καλλίτερο να συμβουλέψει; Ξέρει κανείς; Ξέρει κανείς ποια είναι η καλλίτερη αποτυχία στο σχολείο της ύπαρξης;


Γ




-Πώς το κάνει αυτό;

-Νομίζω ,σα μάγος που είναι.




Οι παπάδες είναι κάτι πράματα που, έτσι νομίζω εγώ,σου τάζουν την αιωνιότητα όπως σε βλέπω και με βλέπεις ενώ στην πραγματικότητα σου ρίχνουν τόσο χώμα ώστε να μη μπορέσεις να ξαναβγείς ποτέ.Τόσο αιώνια σε θάβουν.
Μετά από όλα αυτά ένοιωσα τόσο επιτυχημένος και τόσο δοξασμένος όσο μάς το έχουν περιγράψει οι παντός είδους δάσκαλοι και καθηγητές της ζωής με τόσα στολίδια στο λόγο τους όσα τα στολίσματα που τους ντύνουν,και φορτωμένος με τη γαϊδούρα τούβλα όλη μέρα ανεβοκατέβαινα το γιαπί προς το ένδοξο μέλλον μου που μιά το συναντούσα στην ταράτσα μιά στο υπόγειο....τουλάχιστον δεν είχα απέναντι όχθη γιά να την επιθυμώ,την άλλη όχθη που λένε.
-Τί ξύνεις;
Ή το κεφάλι μου γύρισε ή η γή γύριζε ,όπως και νάχει κάτι γύριζε.
Σα μαγικό κύκλο άς πούμε ακόμη και φλεγόμενο γιά να μένουν οι διαβόλοι απέξω,πράγμα που έκανε κι ο ούτις στο φως της μέρας αλλά στα σκοτάδια της μέρας κύκλο αιμάτινο που γύρω μαζεύτηκαν οι ψυχές οι κάτω κόσμου,και τους έδωσε αίμα γιά να μαντέψουν,να δούμε σε τούτη τη νύχτα ποιός διάολος θα μαντέψει και τί.
Ο νόστος είναι νηστικός από εστία,η νοστιμιά του είναι δεμένη με τη νηστεία των οικείων γεύσεων,και έρχεται με υγρασία νοτιά.Την ξυπνά βαθύτερα η βάρκα που χωράει,η Ναυσικά,η χλωρή φοινικιά με το φοινικόλαδό της.
-Τί ξύνεις;
Εμείς ξύνουμε τα μολίβια κι εκείνα με τη σειρά τους -ή από ευγνωμοσύνη άραγε;- ξύνουν τη λευκή σελίδα ώστε να μαυρίζουν σα προβατάκια στο λιβάδι τους λογιώ-λογιώ σχήματα και σημάδια... κατά το "ο λόγος μπαίνει από τις αυλακιές του αυτιού,από άλλα αυλάκια το σπέρμα. -σπερματικός λόγος.
Δεν χτυπάει Μεσάνυχτα.Όχι ακόμα.Δε βρέχει.
Γυμνός από έπαρση ανθρωπιάς.
Ανθρωπιά: το λασπώδες ,γλίσχρο ψέμα γιά τα θρανία,αλογοτριβή.
Αλλαγή γλώσσας.Δε σου έμαθε το απέναντι μπαλκόνι το νέο ήχο;
Αντίδρομα: θα θέλαμε πολύ να είναι αυτός ο ήχος του τραγουδιού μα πίσω από εκείνα τα λόγια, του ξελογιάσματος, Αρχίζει να φέγγει μιά άλλου είδους "μυθολογία".Ένα απόγευμα γυμνό,ένας τεφρός ήλιος,καρφωμένο το δόντι του στις καμπύλες της Λίπας,αυτής της εφτάΨΥΧΗς με τα πολλά καπούλια σκοτεινομαβιάς με τις φιδόπετρες.Οι μικρές θείες ταξιδεύτρες είναι σκόνη από άστρα,αστερόσκονη που κυλάει στην σκοτεινή μαύρη άβυσσο,στα πιό μαύρα νερά του Χωνευτού Νερού της Στυγός.
-Τί ξύνεις;
Μόλο που μόλις κανείς ακούσει να εκφέρεται η λέξη ίχνη πάει το μυαλό του στα χνάρια πάνω στο χιόνι,την άμμο,η το χώμα,ενώ είναι κάτι ακόμα πιό αόρατο από αυτό τα ίχνη ,κι άς είναι φωνές και κίνηση και ίχνη τραγουδιών,πέτρα πάνω στην πέτρα δρόμοι ιχνών,αυλαίες,τελάρα,ίχνη ψυχής,σωμάτων,αποκαΐδια κι ότι έχει το αρχαιολογείο της ύπαρξης στην καμπούρα της φάλαινας στους ωκεανούς του ταξιδιού.
Όλος ο ωκεανός δρόμοι που χαράζονται και ξαναχαράζονται έτσι όπως παίρνει ορμή η καθε διάνοια από το μύθο και γεμίζει το μυαλό όνειρο γιά να περνά το σκοτεινό βυθό του ύπνου του ξύπνου...

Άστην αυτή τη δουλειά,με τα όντα κτλ. την έχουν αναλάβει άλλοι του είπα. Πιό επιτήδειοι και πιό μπαγαπόντηδες...


Μην καλοπιάνεσαι, μην τους καλοπιάνεις, καλοπιάνεται το κολοβό φίδι;


I. ' 94